RSS

Δυτικὸς θρῆνος γιὰ τὴν Ἅλωση | Χρονογραφίες

Νά καὶ κάτι ποὺ ἔκαναν οἱ Δυτικοί, γιὰ νὰ ἀποτιναχτεῖ ὁ ὀθωμανικὸς ζυγός: Ἔγραψαν μουσικὴ γιὰ τὴν Ἅλωση. Δηλαδή: Μπορεῖ νὰ κατέλαβαν μὲ τὰ κανόνια καὶ τὰ τουφέκια τους ὁλόκληρο τὸν Πλανήτη ἀπὸ τὸ 1…

Πηγή: Δυτικὸς θρῆνος γιὰ τὴν Ἅλωση | Χρονογραφίες

 
 

Συνωμοσιολογικά: Ἀργολίδος – Χρονογραφίες

Κατὰ Ματθαῖον 8.21-22 Ἕτερος δὲ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, ἐπίτρεψόν μοι πρῶτον ἀπελθεῖν καὶ θάψαι τὸν πατέρα μου. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀκολούθει μοι, καὶ ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς. 10.35-37 ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς […]

Συνωμοσιολογικά: Ἀργολίδα — Χρονογραφίες
 
 

Του Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, Το χέρι του παπά

 
 

ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΕΣ ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ

ΚΑΤΗΧΗΣΗ 10η

Το νόημα της κένωσης του θείου Λόγου

Αδελφοί και πατέρες, με τη Χάρη του Κυρίου, που μας κάλεσε με άγια κλήση στο σταυροφόρο δρόμο της ανάπλασης και ανάστασής μας, δεν θα πάψουμε να υποδεικνύουμε, να συμβουλεύουμε, αλλά και να επιτιμούμε, όταν είναι ανάγκη, γιατί βιαζόμαστε να κατακτήσουμε το πτυχίο μας.

Θα αναφερθώ σε κάποιο λάθος, που κατ επανάληψη άκουσα και λυπήθηκα. Επειδή η μονή μας είναι μεγάλη και όπως βλέπετε συνεχώς επισκευάζεται, οι αδελφοί μας κοπιάζουν και σε εξωτερικές εργασίες. Επειδή τα γεύματα απέχουν μεταξύ τους, ιδιαίτερα τις ημέρες του καλοκαιριού, κρίναμε να επινοηθεί κάποια μορφή παρηγοριάς, ειδικώτερα για τους νέους, που ακόμα δεν συνήθισαν στη σκληρή κακοπάθεια. Με απόφαση του Ηγουμένου και των αδελφών που βοηθούν στη διοίκηση της μονής, δίνεται κάποιο ελαφρό κέρασμα στο μέσο της ημέρας, για παρηγοριά των αδύνατων χαρακτήρων.

Στο κέρασμα αυτό, παρακαλώ την αγάπη σας, να είστε προσεκτικοί και να μη λύνετε το σεμνό του ήθους και του προγράμματός μας με τη μικρή αυτή συγκατάβαση. Να αποφεύγουμε και τη διαχύση της πολυλογίας και τη παραχρήση των υλών, που θα διασπούν την εγκράτεια. Γιατί μετά ακολουθεί η παρρησία, που μοιάζει με τη γύμνωση και η οποία αφανίζει όλο τον καρπό της προηγούμενης προσπάθειάς μας. «Μηδεμίαν εν μηδενί διδόντες προσκοπήν, ίνα μη μωμηθή η διακονία» (Β Κορ. στ, 3). Ειδικά στους μοναχούς ανήκει η εγκράτεια και η ευσχημοσύνη, γιατί πρέπει να ζουν ως φωστήρες εν κόσμω, λόγον ζωής επεχόντες» (Φιλιπ. β, 15 – 16).

Ήδη μπήκαμε στην περίοδο της Τεσσαρακοστής, που προηγείται των αγίων εορτών της Γέννησης του Χριστού. Μακάριος θα είναι όποιος θα γίνει έτοιμος να ανταποκριθεί στα ιερά καθήκοντα, που εξαίρετα οι άγιοι νομοθέτησαν σ αυτά τα πνεύματικά στάδια τιυν νηστειών. Είναι περίοδοι αναθεώρησης της αμέλειάς μας και των πολλών μας παραλείψεων, που διαπράξαμε, είτε με τη θέλησή μας, είτε λόγω της φιλαυτίας μας και της εμπαθούς αιχμαλωσίας μας και έτσι προδώσαμε «τον Λόγον», κατά το μέγιστο πατέρα μας Μάξιμο.

Δύο μορφές άρνησης περιέχει η προδοσία της αλήθειας. Η πρώτη είναι η προδοσία του Ιούδα. Σ αυτήν αρνούμαστε τις εντολές, μέσα στις οποίες είναι κρυμμένος ο Κύριος, για λόγους εμπάθειας και φιλαυτίας. Η δεύτερη είναι η προδοσία του Πέτρου. Σ αυτή, για λόγους δειλίας και ψεύτικου φόβου, αρνούμαστε ότι γνωρίσαμε τον Κύριο. Καθένας, ας ερευνήσει τη ζωή του. Θα ανακαλύψει με ποια μορφή έγινε προδότης. Αλίμονο αν έγινε προδότης και στις δύο μορφές. Στην περίοδο της νηστείας που μπήκαμε, ας επιδείξουμε ακριβέστερη μετάνοια, για να αποθεραπεύσουμε τον εαυτό μας και εξοφλήσουμε το χρέος μας.

Ερεθίστε το νου σε εγρήγορση, για να μην κοιμάται και μένουν οι αισθήσεις ακυβέρνητες. Τότε μπαίνουν οι ληστές, τα πάθη, και ερημώνουν τον «οίκο του Χριστού». Ας νηστέψουμε κατά δύναμη πρόθυμα και έντονα. Ας αγρυπνήσουμε όπως πρέπει. Ας είμαστε νηφάλιοι στη μελέτη της Γραφής, των πατερικών κειμένων, στο τακτικό μας πρόγραμμα και στη φυλακή των αισθήσεων. Στις εργασίες και τα διακονήματα να είμαστε πρόθυμοι, όχι ράθύμοι και αμελείς, σαν να εκτελούμε αγγαρεία. Ας κρατήσούμε με περισσότερη ακρίβεια τη σιωπή, μακριά από κάθε μεμψιμοιρία και καταλαλιά. Μακριά ειδικά από την κατάκριση, που είναι σύστημα της έχθρας και του μίσους• αυτά είναι ιδιώματα σατανικά, και όχι των μαθητών του Χριστού, των οποίων τα πάντα επισφραγίζει η αγάπη. Να αποφεύγετε τη ματαιολογία, που ανοίγει την πόρτα και σκορπίζονται όσα μαζέψαμε με κόπο. Όλα τα μέλη μας να είναι όπλα δικαιοσύνης, όργανα εφαρμογής της ένθεης ζωής, στην οποία κληθήκαμε και παραμένουμε, με τη Χάρη του Χριστού.

Αυτό είναι, αδελφοί και πατέρες, το νόημα των νηστειών, που οι Πατέρες μας νομοθέτησαν. Όχι μόνο η μικρή εναλλαγή των φαγητών, όπως νομίζουν όσοι δεν γνωρίζουν το σκοπό. «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος και ημέρα σωτηρίας» (Β Κορ. στ, 2) για άσκηση της υποταγής μας. Μεταφορικά, ας υπομένουμε τον καύσωνα της ημέρας και τον παγετό της νύκτας αισθητά και νοητά, περισσότερο νοητά. Εάν εκλάβουμε μεταφορικά το νοητό Ναβουχοδονόσορα διάβολο, θα αίισθανθούμε ότι ενώ αγωνιζόμαστε για τη σωτηρία μας, αυτός μας ανάβει το νοητό καμίνι των πειρασμών, ειδικά των παθών, και μάλιστα στην ηλικία της νεότητας. Έχει διπλή ενέργεια το νοητό καμίνι της Βαβυλώνας. Στο αισθησιακό μέρος με πυρώσεις και παράλογους ερεθισμούς, στο θεωρητικό με θυμούς, οργή, μνησικακία, εγωισμούς, ακηδία, χαύνωση, την προσπάθεια της φιλαυτίας, και το κακό που προέρχεται απ όλα αυτά, την απιστία.

Για την ανατροπή των ανωτέρω προβάλλουμε με γενναιότητα και μεγαλοψυχία την επιμονή της εγρήγορσης, την υπομονή, τη μακροθυμία, τη νήψη, και υπεράνω όλων, τη φωνή και αγάπη του Κυρίου μας, ο οποίος μας καλεί ως « κοπιώντας» για να μας αναπαύσει στη βασιλεία του.

Μπορούμε όμως να σχολιάσουμε και το μυστήριο της κένωσης του Κυρίου μας, που θα εορτάσουμε στο τέλος αυτής της Σαρακοστής. Δεν μπορούσε, αδελφοί και πατέρες, ο Λόγος του Θεού, αυτός «δι ον τα πάντα εγένετο» (Ιω. α, 3), να αναπλάσει τον άνθρωπο με διαφορετικό τρόπο, από την ταπεινωτική αυτή μορφή της κένωσής του; Ποιος λόγος υπήρχε για μια τόσο μεγάλη ταπείνωση και ευτέλεια στον πανσθενουργό Θεό Λόγο, που «οι ουρανοί διηγούνται την δόξαν αυτού ποίησιν δε χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα»; (Ψαλμ. ιη, 1). «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού!» (Ρωμ. ια, 33). Ένας ήταν ο λόγος και με πόνο τον σημειώνω, για δική μας συναίσθηση και αφυπνισμό. Αιτία ήταν το ανίατο τραύμα τον ανθρώπου, που έγινε από την ολεθριώτατη υπερηφάνεια και τον αναρχισμό, που μόνο με τη βαθύτατη ταπείνωση και υποταγή του Πατέρα και ποιμένα θα θεραπευόταν!

Ποιά θέση έχει πλέον η ανθρώπινη αυθάδεια και ο αναρχισμός; Ποιά θέση έχει η ανατριχιαστική προπέτεια του εγωισμού και η θρασύτητα της ανταρσίας και αποστασίας; Υποδύεται το ρόλο του νηπίου, αντός που διαπλάθει όλα τα έμβρυα στα σπλάγχνα των γονιών τους. Περιτυλίσσεται με κουρέλια, αυτός που διακόσμησε όλο το σύμπαν. Ανακλίνεται στη φάτνη των αλόγων, για να διδάξει στη δική μας έπαρση και φαντασία το ταπεινό φρόνημα, που είναι η βάση της ανάστασης και της αιώνιας ζωής. Ειδικά σε μας τους μοναχούς, η περιγραφή και αίσθηση της κένωσης τον Κυρίου μας είναι το επίκεντρο όλης της σπουδής και προσπάθειάς μας. Οπωσδήποτε εμείς, που ελκυσθήκαμε απ αυτόν, για να τον μιμηθούμε, πρέπει να τον αντιγράψουμε.

Που τώρα έχει η θέση η παρακοή και αντιλογία, το θέλημα και ο γογγυσμός, η αυθάδεια και η ραθυμία; Που οι παράλογες και αξιοθρήνητες προφάσεις, που, σαν φύλλα συκής, επιχειρούν να καλύπτουν την ιδιορρυθμία και την ηδυπάθεια; Δεν νομίζω να υπάρχει αποτελεσματικώτερο μέσο και όπλο εναντίον κάθε μορφής αυθάδειας του παλαιού ανθρώπου, η οποία σύυντρίβεται και εξαφανίζεται μέσα στη μνήμη της θείας κένωσης του Χριστού μας! Και αυτά ως προς την πρακτική μορφή της πάλης και μάχης κατά του περιεκτικού κακού.

Στη θεραπευτική όμως μορφή, που για μας τους μοναχούς έχει την πρώτη θέση, πόσα πρέπει να αποκομίσουμε; Γιατί δεν σταματούμε μόνο στην ελευθερία του εμπαθούς μέρους, αλλά ανεβαίνουμε στο ύψος της θεωρίας και της θέωσης, που είναι το κέντρο της θείας επαγγελίας.

«Όσοι δε έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιω. α, 12).Η ύπαρξή τους δεν γενεαλογείται από «σάρκα και αίμα», αλλά είναι «εκ Θεού γεγενημένοι» (Α Ιω. γ, 9) και ο Πονηρός μετά από αυτά δεν τους αγγίζει.

Ενώ βρίσκονται ακόμα στο πήλινο σώμα, ο φωτισμένος νους τους, με υψηλές θεωρίες, αρπάζεται στα υπερκόσμια θεάματα. Χάνουν την αίσθηση του προσκαίρου και ματαίου. Βρίσκονται ήδη στους ετοιμασμένους τόπους της βασιλείας των ουρανών και απολαμβάνουν όσα αιώνια τους αναμένουν.

Πόσες φορές, ο οσιώτατός μας Γέροντας, μας περιέγραψε ότι το Πνεύμα το Αγιο τον είχε ανεβάσει στις θεωρίες αυτές καθώς και στους κόλπους του Αβραάμ και έλαβε αισθητά την ευλογία του γηραιού προγόνου όλων των σεσωσμένων! Όσα ο Παύλος μας διηγείται, τα απόλαυσαν οι Πατέρες μας στις κατά καιρούς αντιλήψεις και είχαν « βεβαιότερον τον λόγον» (Β Πέτ. α, 19) πριν ακόμα τελειωθούν.

Γιατί αυτά, που είναι η μερίδα του κλήρου σας, δεν τα θυμάστε, «ίνα μη κάμητε ταις ψυχαίς υμών εκλυόμενοι» (Εβρ. ιβ, 3) στις διάφορες μορφές της πάλης του αόρατου πολέμου;

Ο Παύλος παρακινεί το μαθητή του σ αυτά λέγοντας: «Ταύτα μελέτα, εν τούτοις ίσθι, ίνα σου η προκοπή φανερά η εν πάσιν;» (Α Τιμ. δ, 15). Εάν συνεχώς «τα άνω φρονούμε» και όχι τα «επί της γης», ο Κύριός μας, που δίνει «κατά την καρδίαν εκάστου και πληροί πάσαν βουλήν» (πρβλ. Ψαλμ. ιθ, 4), δεν θα παραβλέψει τα έργα του κόπου μας, αλλά και «υπέρ εκ περισσού» θα μας χαρίσει, αφού μας έδωσε κλήρο και μερίδα σ αυτήν τη θέση.

Πόσες φορές μας περιέγραφε με μεταρσιωμένη έκφραση, ο Γέροντάς μας, τις χορείες των «σεσωσμένων» και την πόλη του Θεού, που αναφέρει, ο Ιωάννης στην Αποκάλυψή του, αλλά και αυτήν την υπερήλιο όψη της Κυρίας μας Θεοτόκου, που πολλές φορές τον παρηγορούσε στην αλύγιστη επιμονή του στο αυστηρό πατερικό του πρόγραμμα!

Θα ήταν για μας αχαριστία να ξεχνούμε τις ζωντανές θεωρίες, που ο πνευματικός πατέρας μας διηγόταν, αυτές που ο ίδιος έπασχε, και όχι μελέτησε η άκουσε από άλλούς. Όχι « τω καιρώ εκείνω» των παλαιών μας πνευματικών προγόνων, αλλά στις πονηρές μας μέρες.Επειδή και μεις είμαστε, με τη Χάρη του Χριστού, βλαστοί αυτής της ρίζας, «προσερχόμεθα μετά παρρησίας τω Θρόνω της Χάριτος» (Εβρ. δ, 16), ως νόμιμοι κληρονόμοι των καρπών της.

Δεν θα νυστάξουμε, αδελφοί μου, ούτε θα παρασυρθούμε από τα ξεθωριασμένα συνθήματα των πλανεμένων δυτικών θεωριών, ώστε να πιστέψουμε ότι ήταν «τω καιρώ έκείνω» τα παραδείγματα και οι διδασκαλίες των Πατέρων μας. Και τότε και τώρα και στη συνέχεια, γραμμή και πεποίθηση, στόχος και νοσταλγία μας και ολόκληρη η πίστη και προσπάθειά μας θα είναι η ίδια όπως των Πατέρων μας, που συνεχώς, αόρατα και αισθητά, μας συμπαρίστανται και των οποίων οι πρεσβείες είναι το αληθινό μας στήριγμα.

Δεν θα συμβιβαστούμε και δεν θα λυγίσουμε σε κανένα σκώμμα και περιπέτεια, ούτε από τους ανθρώπους του συμβιβασμού, ούτε από το Σατανά που μετασχηματίζεται «εις άγγελον φωτός» (Β Κορ. ια, 14). Κρατώντας τη γνήσια ομολογιακή μας γραμμή θα σύυνεχίσουμε την ιερή μας παράδοση και θα δίνουμε και στους εαυτούς μας, αλλά και στους κοσμικούς αδελφούς μας, το σύνθημα: «Στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις» (Β Θεσ. β, 15) της Εκκλησίας και της φυλής, που πολλές φορές, για τη σωστή μαρτυρία, πότισε το έδαφος της πατρίδας μας με μαρτυρικό αίμα και οσιακούς ιδρώτες και δάκρυα.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 19 Ιουλίου, 2018 σε Εκκλησιαστικά-θεολογικά

 

ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΕΣ ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ

ΚΑΤΗΧΗΣΗ 9η

Η ακριβής «εν Χριστώ» πορεία μας

Αδελφοί και πατέρες, όσοι επωμίστηκαν το ζυγό του Κυρίου και φέρουν συνεχώς το ελαφρό φορτίο, δεν θα αργήσουν να αισθανθούν τη γλυκύτητα και την πραότητά του, γιατί πραγματικά «γινώσκει Κύριος τους όντας αυτού» (Β Τιμ. β, 19). Τότε ενθυμούμενοι «πάσας τας ανταποδόσεις αυτού» (Ψαλμ. ρβ, 2), θα ψάλλουν με το Δαυΐδ: «Ιδού τα χείλη μου ου μη κωλύσω, Κύριε, συ έγνως. Την δικαιοσύνην σου ουκ έκρυψα εν τη καρδία μου• την αλήθειάν σου και το σωτήριόν σου είπα. Ουκ έκρυψα το έλεός σου• και την αλήθειάν σου από συναγωγής πολλής» (Ψαλμ. λθ, 9-1θ). Η εγκράτεια, η νηστεία και γενικά η αγωνιστικότητα, στην οποία περιλαμβάνεται κάθε μορφής κακοπάθεια, είναι το πρώτο και κύριο μέσο για τη «νέκρωση των μελών των επί της γης» (Κολ. γ, 5), της κτηνώδους φιλαυτίας και των σκιρτημάτων της σάρκας. Για όσους σήκωσαν στους ώμους τους την πολύφορο φιλοπονία, που εμπεριέχει το νόημα του Σταυρού, αυτό είναι πρωταρχικό καθήκον. Τα ψυχικά όμως νοσήματα και αυτά της ταραγμένης καρδιάς, κατευνάζονται με την ανάγνωση των θείων Γραφών και των πατερικών νοημάτων, μαζί με την επίμονη προσευχή.

Εμείς, που ζούμε σε κοινοβιακό σύστημα, φθάνουμε σ αυτήν την ελευθερία με τη μεταξύ μας καλή συμπεριφορά, εάν «νομίμως αθλούμε» (Β Τιμ. β, 5). «Έκαστος ημών τω πλησίον αρεσκέτω εις το αγαθόν προς οικοδομην» (Ρωμ. ιε, 2) « και μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου» (Α Κορ. ι, 24). Και το ανώτερο καθήκον είναι ότι « οφείλομεν υπέρ των αδελφών τας ψυχάς τιθέναι» (Α Ιω. γ, 16). Ποια αξία έχουν, αν κάνουμε σύγκριση, οι μικροί μας αγώνες με τα αιώνια αγαθά, που μας χαρίζει ο Θεός;

Στην πρακτική όμως ενέργεια της αγωνιστικότητας χρειάζεται ευμέθοδος τρόπος. Και λόγω της δικής μας αδαότητας και απειρίας, αλλά και εξαιτίας της δολιότητας του Πονηρού. Όποιος θέλει να αθλήσει νόμιμα και να στεφανωθεί από το Θεό, να μην απογοητεύεται, εάν κάνει κάποιο σφάλμα και πέσει ή αποτύχει σε κάποια προσπάθεια εναντίον κάποιου πάθους, ή δεν τηρήσει κάποιο πρόγραμμα που ο ίδιος όρισε. Δεν πρέπει να παραμείνει αδρανής, αλλά ξανά και ξανά να επιχειρεί επικαλούμενος τη μητρική ιδιότητα της Χάρης, έστω και αν αυτός ο αγώνας διαρκέσει σ όλη του τη ζωή.

Πολλές φορές η Χάρη του Θεού θέλει να τον ανεβάσει σε ψηλότερη αξία στο μέλλον, επειδή βλέπει ότι η πρόθεσή του είναι ομολογιακή. Οι σωματικοί κόποι και οι στεναγμοί της καρδιάς, το διαρκές πένθος και τα δάκρυα είναι τα βραβεία της προκοπής. Δίκαια θ ακούσει την ευλογία από το Θεό: «Ευ δούλε αγαθέ και πιστέ» (Ματ. κε, 21). Αν και πιεζόσουνα και ήσουν, κατά κάποιο τρόπο, παραθεωρημένος απο την αντίληψη της Χάρης, δεν έπαψες να πιστεύεις και να ελπίζεις. Γι αυτό «είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου» (Ματ. ια, 28), που θα είναι η αίσθηση της πνευματικής συγγένειας. Εκεί ο Κύριός μας αποδεικνύεται ως πραγματικός Πατέρας στους «κοπιώντας και πεφορτισμένους» (Ματ. ια, 28) ανύστακτα.

Ας μη νυστάξουμε, αδελφοί μου, αλλά ο καθένας ας επιμελείται δ,τι προκύπτει από τη διακονία και την ικανότητά του, γιατί η λήξη, το τέλος της πανήγυρης της εδώ ζωής, δεν θα αργήσει να έλθει. Τότε ο καθένας θα αμειφθεί κατά την προσφορά και την εργασία του.

Πόσο ωφέλιμη και καρποφόρα είναι η καρτερία και ανεκτικότητα ιδιαίτερα στους ασθενέστερους και ευμετάβλητους, που εύκολα παρασύρονται και αντί να μετανοούν και να διορθώνονται, αναζητούν «φύλλα συκής» για να καλύψουν τη δική τους γύμνωση και ιδιορρυθμία.

Το παν στον άνθρωπο είναι η θέληση. Η θέληση είναι το σπουδαιότερο στοιχείο της ελευθερίας του ανθρώπου. Δεν μπορεί φυσικά μόνη της να επιτύχει. Εκλέγει όμως και αποφασίζει. Αυτή προκαλεί τη θεία επέμβαση, την οποία ο Θεός δεν πραγματοποιεί εάν δεν προηγηθεί η ελεύθερη εκλογή της προσωπικότητας. Διατήρησε ο δημιουργός την κυριότητα και ελευθερία του ανθρώπου και μετά την αποκοπή και την πτώση του απ αυτόν.

Οσοι θέλουν να επιστρέψουν στους κόλπους της θείας παναγάπης, την οποία μας χάρισε με την παρουσία του ο Χριστός, πρέπει να αποδείξουν έμπρακτα ποιά είναι η θέλησή τους. Με την υπακοή και υποταγή στο θείο θέλημα, επεμβαίνει η θεία Χάρη, την οποία επικαλούμαστε, και τότε « τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί».

Οποιοσδήποτε άνθρωπος θέλει πραγματικά να σωθεί, δεν τον εμποδίζει ούτε ο καιρός, ούτε ο τόπος, ούτε το επάγγελμα. Φτάνει να αφήσει. το δικό του θέλημα στην υπακοή τον θείου θελήματος. Πρέπει όμως να γνωρίζουν, όσοι θέλουν να ακολουθήσουν την πορεία της μετάνοιας, ότι στην αρχή θα κοπιάσουν αρκετά. Όχι τόσο εναντίον των πονηρών πνευμάτων, που είναι πάντοτε αντίθετα και εχθρικά. Ούτε και κατά της αιχμαλωσίας των παθών που επικράτησαν, αλλά ιδιαίτερα θα αγωνιστούν εναντίον της πονηρής και κακής συνήθειας, που γίνεται τυραννική, ιδίως στους αυταρχικούς τύπους και υποτελείς της εγωιστικής έπαρσης, που στους καιρούς μας περισσεύει.

Όταν συμβουλεύουμε ότι πρέπει να « καταποθή το θνητόν υπό της ζωής» (Β Κορ. ε, 4), εννοούμε να καταργηθεί το σαρκικό φρόνημα. Τότε ο άνθρωπος γίνεται πνευματικός και ακώλυτα η Χάρη τον επισκέπτεται και παραμένει κοντά του. Αυτός δεν θέλει πλέον το δικό του θέλημα και όσα ανήκουν στη φιλαρέσκειά του, αλλά μόνο το θείο θέλημα. Όλη του η προσπάθεια, η σπουδή και η επιθυμία είναι να προσέχει και να εφαρμόζει τις θείες εντολές.

Όπως και άλλοτε τονίσαμε, η ευσυνείδητη τήρηση των εντολών είναι ολοκληρωμένη ομολογία, που είναι ο σκοπός της προσωρινής αυτής ζωής. Όταν αυτό γίνεται, αποδεικνύεται ότι ο άνθρωπος πέθανε για τον εαυτό του, και ζει μόνο για το Θεό, δηλαδή για το θέλημά του. Ως πιστός πλέον δούλος, η καλύτερα φίλος, δικαιούται τις θείες δωρεές. Μια εξαιρετική δωρεά είναι η ανάνηψη του νου από το λήθαργο της αναισθησίας και της αισχρής δουλείας του παράλογου, στο οποίο προηγουμένως βρισκόταν.

Όταν ο νους αρχίσει να βλέπει, θα δει πρώτα τον πλησιέστερό του εαυτό. Ποιος ήταν κατά τη δημιουργία και ποιος είναι τώρα. Αυτό του προκαλεί ταπείνωση, που είναι και ο πρώτος σταθμός της αποθεραπείας τον. Νοιώθοντας ντροπή ο νους για το νοερό και θεοειδές της ψυχής του, αποφεύγει κάθε έπαρση, προτιμά τα ταπεινά, αυτά που έχουν κόπο και αφάνεια και γενικά ξυπνά μέσα του η δίψα να ευεργετεί και να αναπαύει τους άλλους, ενώ το δικό του θέλημα το βδελύσσεται και το αποστρέφεται ολοκληρωτικά. Τότε ριζώνει μέσα του η επιμονή στο πρόγραμμα της πνευματικής ζωής και ουδέποτε σπαταλά άσκοπα το χρόνο του και τα μέσα που έχει για να διακονεί.

Η ταπείνωση από αυτήν την αυτογνωσία, όσο δυναμώνει, δίνει την πληροφορία ότι είναι γέννημα της γνώσης και η γνώση πάλι ότι είναι γέννημα των πειρασμών, που υπέμεινε ο αγωνιστής παιδευόμενος ποικιλότροπα «δια τους λόγούς των χειλέων» (Ψαλμ. ις, 4) του Κύρίου μας, δηλαδή για την εφαρμογή τον πανάγιου θελήματός του.

Μετά αρχίζει η προσευχή, ως αχώριστο στοιχείο σ αυτόν που γνωρίζει την αδυναμία του, αλλά και ως αναγκαίος τρόπος πληρότητας. Όπως νοιώθει κανείς για τη συντήρησή του την τροφή και το νερό, ως ανάγκες απαραίτητες, έτσι νοιώθει και την προσευχή.

Αναφέραμε με μεγάλο κόπο, τίμιοί μου αδελφοί, σαν εισαγωγή, τους τρόπους και τα ιδιώματα των ενεργειών της μετάνοιας. Αυτά όμως, ως βραβεία, δεν δίνονται στους ράθυμους και αμελείς, όπως η δική μου αθλιότητα, αλλά στους φιλόπονους και νπάκουους, που αγόγγυστα σηκώνουν το σταυρό της ομολογίας τους, χωρίς αντιλογία, χωρίς περιέργεια, χωρίς ίχνος κρίσης η απόφασης που λαμβάνεται, χωρίς την άδεια και ευλογία του πνευματικού τους αρχηγού.

Με λυπη μου διαπιστώνω ότι γίνονται λάθη με «δεξιές» προφάσεις. Αυτά είναι πολυ επικίνδυνα, γιατί τα καλυπτει ο σκοτεινός πέπλος της αυτοπεποίθησης• γίνονται δηλαδή, δήθεν, χάριν της ευλάβειας και της αγωνιστικότητας. Οι Πατέρες μας καυτηριάζουν δριμύτατα αυτούς τους αναρχισμούς. Σ ένα απόφθεγμά τους αναφέρουν: «Εάν νεώτερος αναβαίνει προς ουρανόν τω ιδίω θελήματι, κράτησον αυτού τον πόδα». Και η Γραφή: « Ουαί οι συνετοί εν εαυτοίς και ενώπιον εαυτών επιστήμονες» (Ησ. ε, 21). Η ακαταστασία σε ολόκληρη τη συμπεριφορά δεν είναι δείγμα αθεοφοβίας και ζωής χωρίς πρόγραμμα; «Πάντα ημών ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω» (Α Κορ. ιδ, 4θ), γιατί «εν οις ουκ έστι κυβέρνησις πίπτουσι ώσπερ φύλλα», όπως λέει ο μέγας Πατέρας της Εκκλησίας, Εφραίμ ο Σύρος. Και αυτή η σεμνότητα του χαρακτήρα μας πείθει τους πιστούς, ότι πράγματι μαζί μας υπάρχει η Χάρη του Θεού. Να μην αναφέρουν οι ακατάστατοι κοινοβιάτες πράξεις και διδάγματα μεμονωμένων αυστηρών ασκητών, οι οποίοι είχαν στην προσωπική τους άσκηση, στους τόπους που διέμεναν, το σκληρό, το ατημέλητο και το απόκοσμο. Κάθε ένας όπως και όπου « εκλήθη εκεί και μενέτω» (Α Κορ. α, 18), γιατί για τον εαυτό του και για τη θέση τον θα απολογηθεί. Και όπως, κατά τον Παύλο, «βρώμα ου παρίστησι τω Θεώ» (Α Κορ. η, 8) και εμείς λέμε, ούτε το σχήμα «παρίστησι», αλλά το ταπεινό φρόνημα και η διάθεση υπακοής, σύμφωνα με το ζωντανό παράδειγμα του Κυρίου μας.

Ας προσέξουμε, αδελφοί μου, στο νόημα και την πατερική μας γραμμή, που τόσο πλούσια καθημερινά μελετούμε, γιατί ο Θεός «ου μυκτηρίζεται» (Γαλ. στ, 7). Ούτε τα κούφια σχήματα μετριούνται ως αρετές. Αυτός που έχει υπακοή είναι μεγάλος και κερδισμένος σύμφωνα με όλες τις πατερικές υποδείξεις. Να είμαστε ανεκτικοί και συμπαθείς. Να καλύπτουμε αντί να κρίνουμε τον αδελφό μας. Ολοι μας πειραζόμαστε• « ος μεν ούτως ος δέ ούτως», ύμφωνα με την περιεκτική πρόνοια του Κυρίου μας. Όταν η θεία Χάρη κρύβεται, είτε για δικά μας λάθη, είτε για τους λόγους της πανσοφίας της, τότε όλοι γλυστρούμε και τότε χρειάζεται συμπάθεια και όχι κατάκριση.

Οι «κατά μόνας ασκήσαντες» Πατέρες, κατά τις διάφορες περιόδους της εκκλησιαστικής μας Ιστορίας, είχαν σε μεγάλο βαθμό μέσα τους, ως πρόθεση και έξη, την αυστηρή φιλοπονία. Πράγματι οι βιογραφίες τους καταντούν τρομακτικές από την αυταπάρνηση που εφάρμοσαν. Με την ισχυρή πίστη στο Θεό, που λάτρευαν και διακονούσαν γνήσια, υπέμειναν τα πάντα.

Η πλειονότητα όμως των Πατέρων, που διέπρεψαν και οργάνωσαν βατό και προσιτό το μοναχικό βίο, ήταν αυτοί που ζούσαν στο κοινοβιακό σύστημα, που και απλούστερο είναι και ευκολώτερα επιτυγχάνεται, για την πληρέστερή του οργάνωση και την ελευθερία που δίνει. Η οργάνωση και ο προγραμματισμός του κοινοβίου απαλλάσσει τα μέλη του από τη μέριμνα για τα απαραίτητα, ειδικά βοηθούνται οι ασθενέστεροι, που είναι πάρα πολλοί στη δική μας εποχή.

Αυτό το διαπίστωσα και προσωπικά, γιατί δοκίμασα σχεδόν όλες τις μορφές της μοναχικής ζωής. Δεν υποβιβάζω τον ανώτερο τρόπο της απόλύτης αυταπάρνησης και της ολοκληρωτικής αφιέρωσης προς το Θεό, που και με τον οσιώτατό μας Γέροντα ζήσαμε. Πέραν της δυσκολίας του ψηλού πνευματικού στίβου, με την απαιτούμενη ακρίβεια του νου και τη λύσσα των πονηρών πνευμάτων, υπήρχαν και οι έστω μικρές ανάγκες της αυτοσυντήρησης, που υποχρέωναν την παραβίαση του αυστηρού προγράμματος της εσωστρέφειας. Έπρεπε κάποιος να διακονήσει και αυτός ήταν ο ίδιος, που ζούσε σ αυτό το πρόγραμμα. Αυτό προκαλούσε μόνιμη ταραχή, που κόστιζε στο πρόγραμμα.

Στο κοινοβιακό σύστημα αυτή η φροντίδα απουσιάζει. Για όλα μεριμνά το ίδιο το σύστημα. Κανένας, εκτός από το διακόνημά του, δεν μεριμνά ούτε και για τα πιο απλά στοιχεία της συντήρησής του. Σαν καθολικό του επάγγελμα έχει την καταπολέμηση των παθών και των επιθυμιών. Έχει όχι μόνο την πίστη, αλλά και τον Ηγούμενο, ως πνευματικό πατέρα και οδηγό. Και έτσι μιμείται το κύριο πρότυπό μας, το Χριστό, που προβάλλει συνεχώς, ως αρχηγό του, τον Πατέρα.

Και πάλι υπενθυμίζουμε την ακριβή πορεία της στράτευσής μας. Επειδή φοβούμαστε την κρίση και άρα την Κόλαση, τηρούμε τις εντολές. Όποιος τηρεί τις εντολές υπομένει τις θλίψεις. Όποιος υπομένει τις θλίψεις αποκτά την ελπίδα στο Θεό, η οποία απαλλάσσει από τη μάστιγα της μέριμνας. Σ αυτήν την ευλογοφανή μέριμνα ρίχνει ο Πονηρός τα πολύπλοκά του βέλη, με ακατονόμαστες προφάσεις και κινδυνολογίες. Με την αμεριμνία, που επιτυγχάνεται με τη θεία Χάρη, όπως περιγράψαμε, πλησιάζει η αγάπη του Θεού, που μας δίνει την πληροφορία για την ελευθερία από τα πάθη.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 18 Ιουλίου, 2018 σε Εκκλησιαστικά-θεολογικά

 

ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΕΣ ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ

ΚΑΤΗΧΗΣΗ 8η

«Σχολάσατε και γνώτε»

Αδελφοί και πατέρες, στο πνευματικό σχολείο που φοιτούμε, παρατείνεται η διάρκεια των μαθημάτων, μέχρι να πάρουμε το πτυχίο μας. Και εμείς οφείλουμε ακούραστα να εμμένουμε και να μελετούμε τα στοιχεία, που μας είναι απαραίτητα για να φτάσουμε στο στόχο μας και να επιτύχουμε το σκοπό μας. Να, λοιπόν, μια καλή αρχή και μελέτη που είναι αναγκαία. «Σχολάσατε και γνώτε, ότι εγώ ειμι ο Θεός» (Ψαλμ. με΄,10). Ακριβώς αυτόν το Θεό εμείς αναζητούμε και γυρω απ αυτόν στρέφεται όλο το ενδιαφέρον μας. Η αρχή όμως της γνώσης, η μάλλον της επιτυχίας και κατάκτησης, έχει ως βάση το «σχολάσατε». Τι σημαίνει το «σχολάσατε», παρά μόνο την αποκοπή και τον αποχωρισμό από κάθε άλλη σχέση ή μέριμνα και την ολοκληρωτική αφιέρωση και αποκλειστική σπουδή και φροντίδα του κέντρου του στόχου μας; Δυο ειδών ασχολίες επιβάλλονται ταυτόχρονα για την πληρέστερη κατάκτηση του στόχου μας. Η μία είναι η ολοκληρωτική αμεριμνία από τα πράγματα και τις ιδέες αυτού του κόσμου. Η άλλη είναι η αξιολόγηση της αμοιβής, η οποία αναμένει αυτούς που είναι ολοκληρωτικά αφοσιωμένοι σ αυτό το σκοπό. Το βραβείο αυτής της εργασίας είναι δύσκολο να εκφραστεί, γιατί δεν πρόκειται για αξίες, δωρεές η κληρονομιές τόπων και χώρων, αλλά για την υιοθεσία του Θεού, που είναι ο μοναδικός Πατέρας μας. «Έσομαι υμίν εις πατέρα, και υμείς έσεσθέ μοι εις υιούς και θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ» (Β Κορ. στ΄, 18).

Ο ρύπος με τον οποίο η αμαρτωλότητα μόλυνε την καρδιά, και χρονικά και ποσοτικά, είναι πραγματικά πολύς και χρειάζεται ανάλογη φωτιά για να τον καθαρίσει, δηλαδή δάκρυ με ζήλο, μετάνοια και γενικά φιλοπονία.

Αυτά, ως απαραίτητα καθαρτικά μέσα, γίνονται ή με εκούσιους πόνους και συντριβή, που δεν διακόπτονται από την ομιχλώδη ραθυμία και αμέλεια, ή με ακούσιες επιφορές, που η πανσωστική πρόνοια του σωτήρα μας επινοεί, για να μη στερηθούμε την πατρική του ευλογία για τη σωτηρία μας.

Δεν είναι όμως, αδελφοί μου, τα εκούσια ελαφρότερα και ευκολώτερα, αφού ελέγχονται από τη δική μας δύναμη και θέληση, παρά τα ακούσια, που είναι άγνωστης χρονικής διάρκειας και τόπου και ποιότητας;

Παραχαράζουν τη μετάνοια και εμπαίζονται από τα πράγματα και αποτελέσματα, όσοι δεν εφαρμόζουν σωστά και όπως πρέπει την πρακτική υποταγή. Δεν δέχονται τις υποδείξεις και οδηγίες των γερόντων και πνευματικών διδασκάλων, αλλά ξαναζωντανεύουν την κατάρα του αναρχισμού και της ιδιορρυθμίας, της οποίας αποτέλεσμα είναι ο σκοτισμός και η αιχμαλωσία. Γίνονται κατά τη Γραφή «ενώπιον εαυτών επιστήμονες» (Ησ. ε΄, 21).

Στα σχέδια της περιεκτικής πρόνοιάς του, ο παντεπόπτης Θεός, δεν δίνει τη δωρεά της σωτηρίας αβασάνιστα και χωρίς δοκιμή. Γι αυτό αφήνει το καμίνι των πειρασμών και συστέλλει τη βοήθεια της Χάρης του. Εγκαταλείπεται η ψυχή στη ζάλη των πειρασμών και στους λογισμούς, υπό την επήρεια των πονηρών δαιμόνων, για να δείξει σε τι ακριβώς κλίνει η ροπή της και τι προτιμά. Το Θεό Πατέρα και ποιητή ή τον κόσμο αυτόν και το « λείον» (εύκολο) της ηδονής;

Τότε, ή τη Χάρη του διπλασιάζει στους νόμιμους αθλητές, ή τους παραδίδει στους ακούσιους πειρασμους και τις συμβατικές συμφορές, για να γνωρίσουν εκ πείρας τη δική τους ευτέλεια και ότι, κατά το λόγο του, «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. ιε΄, 5).

Υπάρχει και μια άλλη αιτία, που προκαλεί συνήθως ταραχή στους αγωνιζόμενους για τη σωτηρία τους. Αξίζει να σχολιαστεί προσεκτικά, για να αποφεύγεται η αποθάρρυνση και η δειλία, ιδιαίτερα στους νέους.

Όταν οι ειρηνικοί λογισμοί του αγωνιζόμενου θολώσουν από τη σατανική κακότητα, τότε αρχίζουν τα πύρινα βέλη της επιθυμίας να ταράζουν το νου. Τότε ο νους συγχύζεται από την απρεπή ταραχή, που προκαλούν οι εμπαθείς λογισμοί, και χάνει την ισορροπία της ειρηνικής του κατάστασης. Η σύγχυση αρχίζει με την επιδρομή των « υιών της Βαβυλώνος», που είναι όλα μαζί τα άθεσμα και σαρκικά και άθεα και θυμώδη και ράθυμα. Αυτά όλα μαστίζουν τον αγωνιστή. Αν η θεία παναγαθότητα δεν συντόμευε τις συμφορές «ουκ αν εσώθη πάσα σαρξ» (Ματ. κδ΄, 22).

Αυτό όμως να μην τρομάζει τους αθλητές της ζωής και να νομίζουν ότι είναι κάτι μόνιμο η έγινε λόγω της αμέλειάς τους. Είναι « γυμνασία» της περιεκτικής πρόνοιας, για να αποκτήσουν πείρα του νοητού πολέμου, όσοι θέλουν και άγωνίζονται. Ανάλογα με την αρρώστια που επικρατεί, λόγω των παθών και των συνηθειών, και την εσωτερική κατάσταση της σήψης που προκαλεί η αμαρτία, επιτρέπεται από το Θεό η συμφορά των πειρασμών. Έτσι το πικρό ποτήρι των θείων κριμάτων μας προσφέρεται δριμύτερο ή συμπαθέστερο.

Εάν, κατά κάποιο τρόπο, η ύλη της αμαρτίας, από λογισμούς φιλήδονους η φιλόζωους, που υπάρχει μέσα μας, είναι ιάσιμη και ευκολοθεράπευτη, τότε το ποτήρι των πειρασμών είναι συγκερασμένο με συμπάθεια από το δεσπότη και Κύριό μας. Εάν όμως, η ύλη της αμαρτίας είναι δυσκολοθεράπευτη, λόγω της κατάρας του εγωισμού και της υπερηφάνειας, και η πληγή που προκαλεί τη σήψη σε βάθος κρυμμένη, τότε το ποτήρι των συμφορών είναι δριμύτατο και σκληρό. Αυτό γίνεται για να γνωρίσει σε έκταση τη φτώχεια και τη γύμνωσή του, αυτός που πλανήθηκε, και να πλησιάσει την ταπείνωση και τον κλαυθμό, απ όπου θά ανατείλει η ανάσταση. Ο ωφελιμώτερος τρόπος αληθινής μετάνοιας και ο καλύτερος τρόπος να αποφεύγει ο άνθρωπος τους συνεχείς πειρασμούς και να γνωρίσει τη δική του ασθένεια και αδυναμία είναι το να αποφεύγει το καταραμένο «δικαίωμα».

Αλλο σωτήριο μέσο είναι η εγκράτεια. Σ αυτήν ανήκει η αποφυγή κάθε άνεσης και παρηγοριάς απ όπου και αν προέρχεται. Στη φιλοπονία ανήκει η αποφυγή κάθε τιμής και κάθε ανάπαυσης. Σκοπός της αληθινής μετάνοιας είναι το να είμαστε ταπεινοί, κατηφείς, ξένοι ως προς την κοσμική ζωή και σκέψη και. μιμητές των παθημάτων του Κυρίου. Ο Κύριος ήταν πράος και «ταπεινός τη καρδία», και όχι στο σχήμα, και με πραότητα και ταπείνωση καρδιάς αρέσκεται να τρέχουμε το δρόμο του, και δικαίως, εφόσον «πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν σνντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει» (Ψαλμ. ν΄, 17).

Αλλο είναι η ταπεινολογία, άλλο η ταπείνωση και άλλο η ταπεινοφροσύνη. Την ταπεινολογία και ταπείνωση με διάφορες κακοπάθειες και με τους εξωτερικούς κόπους της αρετής την κατορθώνουν οι αγωνιζόμενοι. Κατορθώνεται με τη λεγόμενη «πρακτική», με τις σωματικές εργασίες και τα γυμνάσματα. Γι αυτό, όταν γίνει κάποιος πειρασμός, εύκολα διαταράζεται.

Η ταπεινοφροσύνη όμως, είναι θείο πράγμα και πολύ ψηλό δώρο. Με τη θεία Χάρη, με την ενέργεια του Παρακλήτου Πνεύματος χαρίζεται σ όσους με ολοκληρωμένη αυταπάρνηση και φιλοπονία « ενέκρωσαν τα μέλη τα επί της γης» (Κολ. γ΄, 5), τα σωματικά και τα διανοητικά. « Καθ όσσν επέχουσιν ανατολαί από δυσμών», τόσο απέχει η ταπεινολογία από την πραγματική ταπείνωση.

Κατά τη Γραφή «ο καρπός του Πνεύματος έστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια» (Γαλ. ε΄, 22). Του πονηρού πνεύματος είναι μίσος, αθυμία κοσμική, ακαταστασία ψυχής, ταραχή καρδιάς, πονηριά, περίεργο φρόνημα, αμέλεια, οργή, απιστία, φθόνος, λοιδωρία, κατάκριση, επιθυμία και ακράτεια οφθαλμών και τόσα άλλα που και μόνο η περιγραφή τους προκαλεί ντροπή. Εξάλλου, «εκ γαρ του καρπού το δένδρον γινώσκεται» (Ματ. ιβ΄, 33) και οι συστάσεις γι αυτό είναι περιττές.

Ο Κύριός μας, μόνος του χαρακτηρίζει τις πράξεις και τα αποτελέσματά τους. «Ο αγαθός άνθρωπος εκ του αγαθού θησαυρού εκβάλλει αγαθά, και ο πονηρός άνθρωπος εκ του πονηρού θησαυρού εκβάλλει πονηρά» (Ματ. ιβ΄, 35).

Το πνευματικό φως της Χάρης που παρηγορεί την ψυχή του αγωνιστή, ορίζουν οι Πατέρες, ότι υποχωρεί και μας εγκαταλείπει, λόγω της ακηδίας, ραθυμίας, αμέλειας και αδιαφορίας. Αυτό γίνεται είτε λόγω πολυλογίας, είτε λόγω ακαταστασίας της δίαιτάς μας. Η ακράτεια της πολυλογίας και τα απρόσεκτα μάτια σβήνουν την παρουσία και τη θέρμη του Πνεύματος και τότε επικρατεί το σκοτάδι και η απόγνωση. Τότε επιτίθενται «πάντα τα θηρία τον αγρού και σκύμνοι ωρυόμενοι» και επικρατούν στην ταλαίπωρη καρδιά, αναζητώντας φαγητό εμπάθειας και έτσι αρπάζονν όσα καλά μαζεύτηκαν προηγουμένως από τη Χάρη, λόγω της εργασίας και του κόπου που καταβάλαμε. Μόνο αν η φίλη εγκράτεια και η προσευχή επικρατήσονν, επαναφέρούν την ίαση και την ισορροπία.

Όποιος δεν υποτάχτηκε σε πνευματικό πατέρα, μιμούμενος τον Υιό του Θεού, που υποτάχτηκε μέχρι το σταυρικό θάνατο στον Πατέρα του, δεν γεννήθηκε «άνωθεν» (Ιω. γ΄, 3), όπως ερμηνεύει ο Χριστός στο Νικόδημο. Αφού, λοιπόν, δεν έγινε κάποιος υιός αγαπητός αγαθού πατέρα, πως θα γίνει και ο ίδιος, όταν η ανάγκη το καλέσει, πατέρας και οδηγός άλλων προς σωτηρία;

Είναι πολύ κακό πράγμα η απιστία. Είναι γέννημα του φθόνου και της φιλαργυρίας. Και αν αυτή η απιστία είναι τόσο κακό, πόσο κακά θά είναι αυτά που τη γεννούν; Δίκαια της δόθηκε και δεύτερο όνομα, το όνομα της ειδωλολατρίας. Ας προτάξουμε και εμείς το αντίστοιχο όπλο, που καθαιρεί την ολική αυτή διαστροφή. Ας προτάξουμε την ακτημοσύνη, τη φτώχεια, την ευτέλεια και, υπεράνω όλων, την εγκράτεια, η οποία απωθεί την κοιλιοδουλεία, και τότε θά νικήσουμε με τη Χάρη τον Χριστού.

Στον αγώνα μας θα προβάλλουμε συνεχώς τα κατάλληλα αμυντικά μας όπλα, εφόσον ο βύθιος εχθρός μας ανύστακτα προτείνει όσα εμποδίζουν τη δική μας σωτηρία. «Όλην την ημέραν παρετάσσοντο πολέμους» (Ψαλμ. ρλθ΄, 2) και πράγματι είναι «πολλοί οι πολεμούντες από ύψους» (Ψαλμ. μέ, 2).

Όπως αποκαλύφθηκε στον κορυφαίο μας Πατέρα Αντώνιο, μόνη της η ταπείνωση, ανατρέπει όλα τα όπλα του εχθρού. Ο νους απορρίπτει τις παράλογες και επίμονες προσβολές των αισχρών λογισμών, όταν η ταπείνωση ενωμένη με την υπακοή, με την άοκνη προσευχή, με την προθυμία στα έργα της διακονίας, με τη χωρίς αντιλογία ευπείθεια, με την αγόγγυστη ευκινησία και με την προθυμία, συνδυαστεί με νήφουσα διάνοια.

Πρέπει να γίνεται τακτικά και χωρίς συστολή και ντροπή η εξαγόρευση των λογισμών στους πνευματικούς μας πατέρες. Η συγκράτηση της πολυλογίας και της αναίσθητης παρρησίας, με την οποία αποσύρονται η θέρμη του ζήλου και ο φωτισμός της Χάρης, είναι απαραίτητη.

Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης με πολλή λεπτομέρεια αναφέρει και αριθμεί τις διακονίες και τα καθήκοντα όλης της αδελφότητας, προκαλώντας όλους τους αδελφούς σε νήψη και σε εγρήγορση. Και εμείς αφιερωμένοι στο Χριστό, το Θεό μας, δεν ανήκουμε στον εαυτό μας και άρα θεωρείται ιεροσυλία κάθε αμέλεια ή σπατάλη, που γίνεται από μας. Και όσα ανήκουν στή μονή ή τους ναούς, αναθήματα θεωρούνται και όποιος τα περιφρονεί θα θεωρηθεί όπως ο πονηρός δούλος του ευαγγελίου και θα επισύρει το επιτίμιο που αναφέρει η Γραφή, «επικατάρατος ο ποιών το έργον του Κυρίου αμελώς» (Ιερ. λά, 10).

Θέλω να υπενθυμίσω και το εξής για τα παράπονα που διατυπώνονται για μερικούς άτακτους και απρόσεκτους, που προκαλουν συνεχώς αφορμές ταραχών και επικρίσεων. Δεν μοιάζουμε όλοι οι άνθρωποι στο χαρακτήρα και την πρόθεση, αν και στη φύση και μορφή είμαστε ίδιοι. Αν τα παιδιά μιας μητέρας πολλές φορές δεν ταιριάζουν, πως θα μοιάζουν τα μέλη μιας πολυπληθούς αδελφότητας; Υπάρχουν πολλές φορές μειονεκτήματα στους ανθρώπινους χαρακτήρες, είτε εκ φύσεως, λόγω κληρονομικότητας, είτε επίκτητα, λόγω λανθασμένης ζωής και επιρροής του περιβάλοντος. Πρέπει όμως όλοι να μπούμε στη βασιλεία του Κυρίου μας, αφού μας κάλεσε. Η ασυμφωνία και η ανωμαλία, που αναφέραμε, μόνο με την αλληλεγγύη θα συμβιβαστεί. «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Γαλ. στ΄, 2), λέγει ο Παύλος. «Πάντα υμών εν αγάπη γινέσθω» (Α Κορ. ιστ΄, 14). Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι « υμείς οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων» (Ρωμ. ιε, 1) οφείλετε να βαστάζετε και « τω πλησίον αρέσκετω εις αγαθόν» (Ρωμ. ιε΄,2) ο καθένας και έτσι αναπληρώνεται ο νόμος του Χριστού.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 17 Ιουλίου, 2018 σε Εκκλησιαστικά-θεολογικά

 

ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΕΣ ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ

ΚΑΤΗΧΗΣΗ 7η

Το ομολογιακό στοιχείο της μοναχικής ζωής

Αδελφοί και πατέρες, θέλω να σας υπενθυμίσω ότι ολόκληρη η αναστροφή στη στρατευμένη πορεία μας είναι ομολογιακή. Η άρνηση προκάλεσε την πτώση και τη φθορά. Καθήκον μας είναι, αν θέλουμε τη θεραπεία και την ανάπλασή μας, η μόνιμη και σταθερή ομολογία. Και ο Κύριός μας, μας τόνισε με έμφαση ότι μόνον «όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς, όστις δ αν αρνήσηταί με…αρνήσομαι αυτόν» (Ματ. ι΄,32). Ολόκληρη η πεισματική επιμονή των αθλητών της πίστης μας σ αυτό μόνο απέβλεπε, στην ακριβή και πλήρη ομολογία του θείου θελήματος, είτε στη δογματική, είτε στη λατρευτική, είτε στην παραδοσιακή του μορφή. «Στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι επιστολής ημών» (Β Θες. β΄,15), ερμηνεύει ο Παύλος.

Κάθε εντολή και παράδοση της πίστης μας, έχει πάντοτε την ίδια αξία και σημασία, γιατί είναι διαταγή του Αγίου Πνεύματος. Την υποχρέωση αυτήν, όλων των λογικών όντων, ερμηνεύοντας ο Δαυΐδ λέει: «Δια τους λόγους των χειλέων σου εγώ εφύλαξα οδούς σκληράς» (Ψαλμ. ιστ΄,4) και συνεχίζει: «Ταύτα πάντα ήλθον εφ ημάς και ουκ επελαθόμεθά σου» (Ψαλμ. μγ΄,18 ), «ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής» (Ψαλμ. μγ΄,23).

Στην εκκλησιαστική μας Ιστορία δεν είναι λίγα τα εκατομμύρια των ομολογητών και μαρτύρων των δογμάτων της πίστης μας. Βρίσκουμε μάρτυρες και ήρωες, που ομολόγησαν και μαρτύρησαν για τα μυστήρια της Εκκλησίας μας. Αλλους που μαρτύρησαν για τη λατρευτική της παράδοση ή για την απλή μόνο παράδοση. Μάρτυρες ήταν όσοι δεν αρνήθηκαν τον αληθινό Θεό έναντι της ειδωλολατρίας. Μάρτυρες και όσοι μαρτύρησαν για το δόγμα της Αγίας Τριάδας. Μάρτυρες, όσοι μαρτύρησαν για τα θεία μυστήρια, για τις άγιες εικόνες και γενικά για την παράδοση. Μάρτυρες, όσοι μαρτύρησαν για την τήρηση της παραδοσιακής μας δίαιτας και νηστείας, όπως και οι Μακκαβαίοι που τήρησαν το μωσαΐκό νόμο, που απαγόρευε το χοιρινό κρέας και τα φαγητά των ειδωλολατρών.

Υπάρχουν όμως, και οι μάρτυρες και ομολογητές της ακριβούς ασκητικής και αγωνιστικής ζωής. Δεν είναι ομολογία όταν χάριν της ειρήνης, αφήνουμε το θέλημά μας έναντι των αφελών ή όσων επιμένουν πεισματικά; Δεν είναι ομολογία όταν δεν επιμένουμε στη γνώση μας και υποχωρούμε σ όσους δεν γνωρίζουν; Δεν είναι ομολογία όταν είμαστε κουρασμένοι και φορτωμένοι και αναγκαζόμαστε να συνεχίσουμε τον κόπο αγόγγυστα, χάριν της υπακοής, επειδή παρουσιάστηκε μια ανάγκη; Δεν είναι ομολογία όταν παρουσιάζεται απόλαυση ή άνεση ή τιμή και εμείς προτιμούμε τη «στενή και τεθλιμμένη οδό» (Ματ. ζ΄,14) ; Δεν είναι ομολογία όταν μας αδικούν ή μας περιφρονούν οι πολυάριθμοι ράθυμοι και σκανδαλοποιοί και αγόγγυστα υπομένουμε, σαν να πάσχει κάποιος άλλος; Και γενικά όλος ο όρος και νόμος της περιεκτικής φιλοπονίας, που εκούσια περιφέρουμε, τι άλλο είναι παρά το φρόνημα όσων θέλουν να σωθούν, οι οποίοι και «διωχθήσονται»! (Β Τιμ γ΄,12). Σε μας ανήκουν, θεοφιλέστατοι και φιλόπονοι πατέρες και αδελφοί, αυτά τα ομολογιακά στάδια και μακάριος όποιος «φυλάξει ταύτα και συνήσει τα ελέη του Κυρίου» (Ψαλμ. ρστ΄,43).

Απαραίτητη και χρήσιμη εργασία και μέσο για την απόκτηση του θείου ζήλου που μας προάγει στο ομολογιακό στάδιο είναι, κατά τους Πατέρες, το να μην αμελήσουμε την ανάγνωση των θείων Γραφών και των ενάρετων βιωμάτων. Με αυτήν παίρνουμε τα κατάλληλα εφόδια για τους πειρασμούς που εμφανίζονται και για να αντιμετωπίζουμε τις παγίδες, που είναι στρωμένες στον αόρατο πόλεμο.

Η επίμονη ευχή να μη λείπει από το μαχητή των αόρατων και πονηρών δαιμόνων, που με την αιωνόβια πείρα του πολέμου δεν υποχωρούν. Πολύ συμβάλλει η σιωπή του στόματος για να παραμένει η πρόθεση και η ευχή και επιπλέον η αυτογνωσία, που ξεσκεπάζει την ευτέλεια και ανικανότητά μας και έτσι παρατείνεται η υπομονή.

Όταν ο αθλητής ενεργεί αυτόν τον καλόν αγώνα, τον παρενοχλούν η κενοδοξία και η κρίση. Η αυτομεμψία όμως αυτόματα τις αναιρεί και έτσι πλησιάζει η άνεση του ταπεινού φρονήματος.

Και οι μνήμες των διάφορων παθημάτων του Κυρίου καθώς και οι άπειρες ευεργεσίες και χάριτες που ισόβια μας καταξίωσε, πολλή ωφέλεια προκαλούν. «Μη επιλανθάνου πάσας τας ανταποδόσεις αυτού» (Ψαλμ. ρβ΄,2). Κατάλληλος είναι και ο λόγος του Δαυΐδ «Προ του με ταπαινωθήναι, εγώ επλημμέλησα» (Ψαλμ. ριη΄,67).

Τίμιοι εργάτες του νοητού αμπελώνα, ας μη μας επηρεάζει η ακαταστασία του κόσμου. Ας προσκαρτερούμε στην προσευχή και με αντίρρηση να πολεμούμε τις προσβολές του εχθρού. Μην είστε δειλοί στην επίμονη βία του νοητού πολέμου. Η έλλειψη πείρας στον τρόπο της μάχης σας προκαλεί αποθάρρυνση, γιατί νομίζετε ότι ηττηθήκατε. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα

Εάν εμείς προδίδαμε την αρχή και τη θέση μας και αφήναμε το πρόγραμμα, τότε θα είχε αιτία να καυχηθεί ο διάβολος. Ο νεοπροσύλητος στον πνευματικό αγώνα και την πλήρη αυταπάρνηση δεν είναι εύκολο να πετύχει τόσο σύντομα, αφού και απλή τέχνη δεν διδάσκεται γρήγορα.

Στο Θεό είμαστε στρατευμένοι. Αυτός μας προσκάλεσε. Αυτός γνώριζε εκ των προτέρων ποιοι είμαστε. Πως τώρα θα μας εγκαταλείψει και θα μας παραδώσει αβοήθητους στους εχθρού μας; Μόνος του μας ενθαρρύνει. «Ου μη σε ανώ ουδ ου μη σε εγκαταλίπω» (Εβρ. ιγ΄,5), αλλά «ιδού εγώ μεθ υμών ειμι πάσας τας ημέρας» (Ματ. κη΄,20). Πως θα απορριφθούμε, αδελφοί μου, όταν μέρα και νύκτα με αλάλητους στεναγμούς κρούουμε τα σπλάγχνα του και δεν σιωπούν τα χείλη, η γλώσσα και ο νους,. από την επίκληση της δικής του βοήθειας; Εάν υπόσχεται ότι «ος εάν ποτίση ποτήριον ψυχρού μόνον εις όνομα μαθητού ου μη απολέση τον μισθόν αυτού» (Ματ. ι΄,42), θα παραβλέψει εμάς που τον ακολουθούμε και τα αρνούμαστε όλα, ακόμη και την προσωπική μας ζωή, με την ομολογιακή υποταγή;

Πολλές φορές παρατείνονται οι πόλεμοι, ειδικά του θυμικού και επιθυμητικού μέρους, είτε καλλιεργώντας μίσος ή αποστροφή όσων μας προκαλούν πειρασμούς, είτε προβάλλοντας απαγορευμένες επιθυμίες. Και παρά το ότι συνεχώς παρακαλέσαμε αυτοί δεν υποχώρησαν. Αυτό δεν σημαίνει ήττα, ούτε απομάκρυνση της Χάρης και πρόνοιας του Κυρίου μας. Είναι μυστικός τρόπος της Χάρης, που γυμνάζει τους αθλητές στη νόμιμη πάλη. Όπως τα τραύματα του σώματος παρά την ιατρική περίθαλψη δεν θεραπεύονται αμέσως, αλλά χρειάζονται κάποιο χρονικό διάστημα, και πάλι όχι ομοιόμορφο σε όλους, αλλά ανάλογα με τη φύση και την ιδιοσυγκρασία, έτσι και οι πόλεμοι των διάφορων παθών δεν μοιάζουν, παρόλο που ο κάθε αγωνιστής προσπαθεί.

Η πρόθεση υπάρχει και η προσπάθεια , όσο μπορούμε εμείς, γίνεται. Την απαλλαγή και ελευθερία το Πνεύμα το Αγιο την παρέχει. Αν αυτός που πάσχει δεν είναι ικανός να κυβερνήσει την ελευθερία του, ο πάνσοφος ιατρός δεν τη δίνει.

Όλα αυτά που σας υπενθυμίζω δεν είναι γνώμες δικές μου, αλλά των θεοφόρων μας Πατέρων και ως πρεσβύτερος, μεγαλύτερος ανάμεσά σας, σας παρακινώ σε αφυπνισμό και εγρήγορση, γιατί ο καιρός «συνεσταλμένος εστί» και ποιος γνωρίζει τι θα συμβεί αύριο; Αισθάνομαι και το χρέος μου απέναντί σας . Θέλω να ξέρετε ότι δεν αμέλησα, κατά το λόγιο, «ουκ υπεστειλάμην του μη αναγγείλαι υμίν πάσαν την βουλήν του Θεού».

Ας μη νυστάζουμε και αμελούμε, αδελφοί μου, γιατί καθαρά μας αναφέρει η Γραφή ποιοί είναι αυτοί που δεν κληρονομούν τη βασιλεία του Θεού και τις πράξεις των οποίων ντρέπομαι να περιγράψω. Ο ανθρωποκτόνος διάβολος δεν σταματά να πολεμά και δεν τον φοβίζουν, ούτε τα εξωτερικά σχήματα τα οποία φέρουμε, ούτε και οι τύποι τους οποίους χρησιμοποιούμε, αν στην ουσία δεν πολεμούμε τα πάθη και όλα τα συστήματα του «παλαιού ανθρώπου».

Κρατήστε τη χρηστή συμπεριφορά, σαν παιδιά αγαπημένα του Θεού, και «πάσα πικρία και θυμός και οργή και κραυγή (γογγυσμός) αρθήτω αφ υμών συν πάση κακία. Γίνεσθε δε εις αλλήλους χρηστοί, εύσπλαγχνοι, χαριζόμενοι εαυτοίς καθώς και ο Θεός εν Χριστώ εχαρίσατο υμίν» (Εφ. δ΄,31 32).

Εάν με προσοχή και προθυμία ανταποκρινόμαστε στα καθήκοντά μας, τότε αυξάνει μέσα μας ο πόθος και η παρρησία και με ζήλο ευχόμαστε και ψάλλουμε «δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν αυτώ και κλαύσωμεν εναντίον του Κυρίου, του ποιήσαντος ημάς» (Ψαλμ ςδ΄,6). Μπορούμε να μεταβάλουμε τον τόπο της διαμονής μας, όχι σε εργαστήριο υλικών πραγμάτων, αλλά σε δεύτερο θαβώρειο όρος της μεταμόρφωσής μας. Όπως οι κατάλληλοι τεχνίτες με την κατεργασία των πρώτων υλών, ξύλων ή μετάλλων, παράγουν έργα πολυτελή, έτσι και στο πνευματικό εργοστάσιό μας θα δημιουργήσουμε πολυτελείς χαρακτήρες. Θα μεταβάλουμε τα προϊόντα της εφάμαρτης και εμπαθούς ζωής, με την καλή μας προσπάθεια και τη Χάρη του Χριστού μας, σε χαρακτήρες «κατ εικόνα και καθ ομοίωσιν» του πλάστη μας, όπως μας προόρισε η παναγάπη του.

Η διαμονή και δραστηριότητά μας θα αναδείξει τον τόπο μας σε άλλο θαβώρειο όρος, όπου θα καταστραφεί ο παλαιός άνθρωπος και θα «καταποθεί το θνητόν υπό της ζωής» (Β Κορ. ε΄,4). Ο θυμός, το πονηρότατο θηρίο, θα γίνει πραότητα. Η κενοδοξία ταπείνωση, η πονηριά απλότητα. Ω απλότητα, που σε αγκαλιάζει ο Κύριος και σε μακαρίζει! Η ραθυμία θα γίνει δραστηριότητα. Η αντιλογία, ο γογγυσμός, η ιδιορρυθμία, το θέλημα, το πείσμα, η κρίση, και όσα προκαλούν το θάνατο, θα μεταβληθούν από τη Χάρη, με τη δική μας προσφορά, σε ταπείνωση και αγάπη, σε ανάσταση και ζωή.

Όπως σκοπός των στρατιωτών, που παρατάσσονται στη γραμμή του πυρός, είναι να νικήσουν και να κατακτήσουν λάφυρα, έτσι και μεις θέλουμε να πάρουμε τα δικά μας λάφυρα. Και ποια είναι αυτά; Αντί των συντριμμάτων του νόμου της διαστροφής του παλαιού ανθρώπου, που μας κατακυρίευε όταν ζούσαμε «ως άθεοι εν κόσμω» (Εφ. β΄, 12), λόγω της πλάνης του διαβόλου, τώρα με τη Χάρη του Χριστού θα γίνουμε «θυσία ζώσα ευάρεστος τω Θεώ» (Ρωμ. ιβ΄,1). «Η αγάπη ανυπόκριτος, τη φιλαδελφία εις αλλήλους φιλόστοργοι, τη τιμή αλλήλους προηγούμενοι, τω πνεύματι ζέοντες, τω Κυρίω δουλεύοντες, τη ελπίδι χαίροντες, τη θλίψει υπομένοντες, τη προσευχή προσκαρτερούντες, ευλογούντες τους διώκοντας υμάς» (Ρωμ. ιβ΄. 9 14). Να ένα μέρος της εικόνας του «καινού ανθρώπου», όπου συγκεντρώνεται όλη μας η προσπάθεια.

Να είστε προσεκτικοί την ώρα της κρούσης και της πάλης, οπόταν το κατεστημένο του αντιστρατευόμενου νόμου, θέλει να επιβληθεί. Τότε «αντίστητε τω διαβόλω και φεύξεται αφ υμών» (Ιακ. δ΄,7), «ότι μείζων εστίν ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω» (Α Ιω. δ΄, 4). Πολλές φορές θα συμβαίνει, στους φιλόθεους αθλητές, μια απότομη επίθεση, χωρίς λόγο ή από δική μας παράλειψη. Είναι το σύστημα των ληστών, που χωρίς να το περιμένουμε επιτίθενται. Δεν πρέπει να τρομάξει ο αγωνιστής. Να μη μειώσει το θάρρος της αντίστασής του. Με όπλο το θείο όνομα να αναστρέψει και να αφανίσει την πονηρή επιβουλή. Γνωρίζοντας ο μακρόβιος εχθρός ότι με τη διεστραμμένη εικόνα, που χρησιμοποιεί στην επίθεσή του, προκαλεί ταραχή και αποθάρρυνση, ιδιαίτερα στους απλούστερους χαρακτήρες, δεν χάνει ευκαιρία, όταν μάλιστα υποψιάζεται προκοπή.

Να είστε «τω πνεύματι ζέοντες» και αντιδρώντας με παρρησία να αποκρίνεσθε στον Πονηρό: «Υπαγε οπίσω μου απατεώνα, Κύριον τον Θεόν μου προσκυνήσω», του οποίου το όνομα και η Χάρη με περιβάλλει. Η επιμονή της μάχης και του πολέμου, είτε στον κόσμο των πραγμάτων, είτε των νοημάτων να μη μας φοβίζει ή αποθαρρύνει. Εφόσον βρισκόμαστε στην πολύπαθη «κοιλάδα του κλαυθμώνος» (Ψλαμ. πγ΄,6), δεν απαλλασόμαστε από την επιβουλή και επίθεση του Πονηρού, που προσπαθεί να μας αποτρέψει από την υποταγή στο θείο θέλημα και να μας στερήσει τις θείες επαγγελίες, τις οποίες ο Κύριος πατρικά χαρίζει σε όσους τον ακολουθούν. Επειδή όμως βρισκόμαστε στο «γίγνεσθαι», όπως οι μαθητές στο σχολείο τους, και επειδή δεν έχουμε τελειοποιηθεί ακόμη, κάνουμε λάθη. Τα λάθη αυτά δεν σημαίνουν, ούτε ήττα, ούτε προδοσία ή υποχώρηση. Προσδοκούμε με τη Χάρη του Χριστού μας «ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος», που ο Κύριος ετοίμασε σε όσους υπομένουν μέχρι τέλους.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 16 Ιουλίου, 2018 σε Εκκλησιαστικά-θεολογικά

 

ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΕΣ ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ

ΚΑΤΗΧΗΣΗ 6η

Πιστοί οικονόμοι στα πνευματικά και στα υλικά αγαθά

Αδελφοί και πατέρες, ο αδίστακτος εχθρός μας, που «περιπατεί ως λέων ωρυόμενος» (Α Πέτ. ε΄,8), δεν θα διστάσει να μας καταπιεί, εάν μας βρει κοιμισμένους ή αμελείς. Η προθυμία και ο θερμός ζήλος των αδελφών της συνοδείας μας, μας χαροποιεί και μας ενθαρρύνει στις προσδοκίες μας. Ειδικά αισθάνθηκα, με πνευματική χαρά, την αψευδή υπόσχεση του Κυρίου μας, ότι θα αναπαύσει τους ευλαβείς «κοπιώντας και πεφορτισμένους» (Ματ. ια΄,28).

Είναι άξιοι πολλής ευφημίας και μεγάλου επαίνου όσοι ακούραστα και αγόγγυστα σήκωσαν το Σταυρό του Κυρίου μας και τον ακολουθούν με την περιεκτική φιλοπονία. Και δικαιούνται το «βραβείον της άνω κλήσεως» (Φιλ. γ΄,14) όσοι βαστάζουν αγόγγυστα τις δυστροπίες των ασθενέστερων και τα υπόλοιπα συμπτώματα από τις εναλλαγές των καταστάσεων, που συμβαίνουν στις διακονίες.

Υπάρχουν αδελφοί της μονής, που μετακινούνται μέσα και έξω από αυτήν. Μεταφέρουν τις απαραίτητες ύλες για τις ανάγκες μας, αλλά και το πλήθος των επισκεπτών. Αυτοί οι αδελφοί βρίσκονται σε βαρύτερη και δυσκολώτερη διακονία. Πολλές φορές βρίσκονται μακρυά από την αδελφότητα και αγωνιούν μπροστά στα απρόοπτα περιστατικά που συναντούν. Εάν όμως βαδίζουν με πίστη και επικαλούνται τις ευχές των πνευματικών τους οδηγών, θα βρίσκουν εύκολα τη λύση στις δυσκολίες.

Αυτή η ενέργεια της πίστης να μη λείπει από κανένα σας, αφού είναι «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (Μαρκ. θ΄,23). Και αυτή η πίστη, όπου υπάρχει, προκαλεί τη χάρη, που τα «ασθενή θεραπεύει και τα ελλίποντα αναπληροί». Μας κάνει νικητές και μας ελευθερώνει από το φθόνο και την επιβουλή του Πονηρού.

Η μοναχική μας ιδιότητα δεν περικλείεται σε χώρους, γιατί δεν είναι εξωτερική τέχνη και ενέργεια, αλλά προσωπικό βίωμα. Ως πρόσωπα ενεργούμε την υποταγή και υπακοή στον Κύριό μας. Η ζωή μας δεν περιορίζεται ούτε περιγράφεται έξω από μας. Το «του Κυρίου εσμέν» (Ρωμ. ιδ΄, 8) είναι για μας η μεγαλύτερη πραγματικότητα. Μακάριος είναι εκείνος που συνέλαβε αυτό το νόημα και το εφαρμόζει προσωπικά πάνω και πέρα από τις βιολογικές του ανάγκες, «Μακάριοι οι δούλοι εκείνοι, ους ελθών ο κύριος ευρήσει γρηγορούντας. Αμήν λέγω υμίν ότι περιζώσεται και ανακλινεί αυτούς, και παρελθών διακονήσει αυτοίς» (Λουκ. ιβ΄, 37).

Παρακαλώ, αδελφοί, ας μη νυστάξουμε για να μην αποβληθούμε. Ο Κύριος τους «κοπιώντας και πεφορτισμένους» καλέι για πληρωμή και ανάπαυση. «Ανω σχώμεν τας καρδίας» και «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών» «τω λυτρωτή Θεώ ημών παραθώμεθα».

Όπως πάντοτε σας αναφέρω, να μην ξεχνούμε ότι συνεχίζουμε την ιεραποστολική μας ιδιότητα μυστηριακά και όχι όπως τη φαντάζεται και την περιγράφει ο κόσμος. Ο Κύριός μας, ως μέγας και αναντικατάστατος ιεραπόστολος, περιγράφεται ως «ποιών τε και διδάσκων» (Πραξ. α΄,1). Ο κόσμος και μάλιστα ο σημερινός, χόρτασε από λόγια και σχήματα, απραγματοποίητες υποσχέσεις και αφηρημένς ιδέες και ζητά επίμονα να δει πρακτικά εφαρμοζόμενο το ευαγγέλιο. Και μάλιστα θέλει να δει αν οι θείες επαγγελίες είναι αληθινές. «Όσοι γαρ έλαβον αυτόν έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιω. α΄, 12). Ποιά είναι τα «τέκνα του Θεού»; Ποιοί είναι οι κληρονόμοι του Πατέρα και «συγκληρονόμοι του Χριστού»; (Ρωμ. η΄, 17). Ποιοί έγιναν υιοί ανάστασης και δεν υπάρχει σ αυτούς στοιχείο του παλαιού ανθρώπου; Ποιοί μέσα στα αίτια και στις αφορμές μένουν αμέτοχοι και εμπαίζουν τον κόσμον και όσα ανήκουν σ αυτόν; Αφήνω τα άλλα και προκαλώ τους οπαδούς του «αιώνος τούτου» να μας παρουσιάσουν ήρωες αυτού του είδους χρησιμοποιώντας τα επιτεύγματα της γνώσης τους.

Από την ημέρα που ο Κύριός μας εξέλεξε τους μαθητές του και τους μύησε στα δικά του δόγματα και μυστήρια της ανθρώπινης ανάπλασης, συνεχίζεται μέχρι σήμερα αυτή η ιερώτατη παράδοση και επαγγελία. Από γενιά σε γενιά οι άξιοι οπαδοί και μαθητές δίνουν την έμπρακτη μαρτυρία, ότι ο Ιησούς, τότε και μετά μέχρι και σήμερα, είναι «ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ.ιγ΄,8).

Πόση προσοχή και προσπάθεια πρέπει να καταβάλουμε, για να δείξουμε αυτήν την ιδιότητά μας, ώστε και εμείς να είμαστε «εν αισθήσει» μέτοχοι στα βραβεία της θείας ευλογίας και αληθινοί μάρτυρες γι αυτούς, που ζητούν από μας την πραγματική μαρτυρία; Με «περιεζωσμένας τας οσφύας και καιομένους τους λύχνους» (Λουκ. ιβ, 35), της ευλαβείας και του ζήλου, θα δίνουμε ακατάπαυστα την καλή μας μαρτυρία όπου η περίσταση μας προκαλεί.

Να είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε το δικό μας θέλημα. Πρόθυμοι στον κόπο της περιεκτικής φιλοπονίας. Ανεκτικοί και συμπαθείς σ αυτούς που κορο:ιδεύουν τη συνετή πρόθεσή μας και προσεκτικοί στα σκάνδαλα του Πονηρού, που δημιουργούνται από διάφορες αφορμές. Κρατώντας αμετάβλητη την καλή απόφαση της πολύμορφης ομολογίας μας, με προθυμία ανταποκρινόμαστε στον πειρασμό, που δημιουργήθηκε και έχει σκοπό την αποθάρρυνσή μας. «Τη προσευχή προσκαρτερούντες» (Πραξ. α΄, 14) αντιμετωπίζουμε τη σατανική επήρεια, που έχει σκοπό να παρεμποδίσει το κοινοβιακό μας πρόγραμμα. Με πίστη στην πατρική πρόνοια και κηδεμονία των πνευματικών μας οδηγών, τίποτα δεν φοβόμαστε και μπροστά σε τίποτα δεν υποχωρούμε.

Ολόκληρη η Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, διατάζει για την προσοχή και τη φυλακή της καρδιάς. Στην ανθρώπινη αδιαφορία αναφερόμενος ο Δαυΐδ λέγει: «Υιοί ανθρώπων έως πότε βαρυκάρδιοι» (Ψαλμ. δ΄,2) και πάλι: «Η καρδία αυτών ματαία» (Ψαλμ ε΄, 9). Και για τους ματαιόφρονες λέγει: «Είπε γαρ εν τη καρδία αυτού, ου μη σαλευθώ» (Ψαλμ. θ΄,27).

Είμαστε φιλόθεοι αδελφοί μου, δεκτικοί προσβολής λογισμών, και αρετής και κακίας. Δεσπότης και κύριος των αποφάσεων και των παθών είναι ο ευσεβής και φιλόθεος λογισμός. Σκοπός και προορισμός μας είναι η διάκριση των προσβολών και εικόνων που διακινούν τους λογισμούς μας. Με αυτόν τον τρόπο θα γνωρίζουμε σε τι αποβλέπουν και κατά που κινούν πρώτα τη σκέψη μας. Μετά, ελέγχουμε αν ερεθίζουν τα πάθη ή αντίθετα ωθούν στη δικαιοσύνη και τις αρετές. Το «πάση φυλακή τήρει σην καρδίαν» (Παρ. δ΄, 23) αυτό το νόημα έχει. Και η ιερώτατη νήψη, που είναισχεδόν το επάγγελμα των μοναχών, αυτήν την εργασία μόνιμα εκτελεί. Και η προσεκτική νήψη γεννά τη διάκριση, που είναι ο πνευματικός οφθαλμός.

Όλα όμως αυτά έχουν ως βάση τους την ακρίβεια της συνείδησης, που χαράζει δρόμο πλεύσης με κατεύθυνση πνευματική. Η δική μας αδιαφορία προκαλεί την άμβλυνση της συνείδησης. Όταν κατ επανάληψη περιφρονούμε τους υπαινιγμούς της συνείδησης, που μας υποδεικνύουν κάτι ή μας ελέγχουν, τότε αυτή σιωπά και εμείς πορευόμαστε επικίνδυνα, αφού έξω από το φως της επικρατούν τα πάθη και ο νόμος της διατροφής, ο παλαιός άνθρωπος.

Προσέχετε και στη διακονία σας. «Δουλεύσατε τω Κυρίω εν φόβω και αγαλλιάσθε αυτώ εν τρόμω» (Ψαλμ. β΄,11). Και αυτά ακόμα τα αντικείμενα, τα εργαλεία και τα υλικά που δαπανούμε είναι αναθήματα στη μονή και η κακή χρήση τους θεωρείται ιεροσυλία. Θα ακούσουμε, οι απρόσεκτοι, το «επικατάρατοι οι ποιούντες το έργον του Κυρίου αμελώς» (Ιερ. λα΄,10). Πόσο μεγάλη ευθύνη έχουμε για τη σπατάλη, για την οποία δυστυχώς η γενιά μας δεν δείχνει προσοχή. Ο Κύριος μετά το χορτασμό των πεντακισχιλίων διέταξε να μαζέψουν «το περισσεύον των κλασμάτων» (Ματ. ιδ΄, 20), για να μη χαθεί τίποτα. Σε τι θα χρησίμευαν τα μισοφαγωμένα κομμάτια του κριθαρένιου ψωμιού, παρά μόνο για να διδάξει ο Κύριος τη νέα γενιά των χριστιανών, ως υιών του Θεού, ως οικονόμων μυστηρίων πνευματικών, να μην περιφρονούν όσα ο Θεός παρέχει για τη συντήρηση της ζωής; Ο Παύλος τονίζει ότι η «σπαταλώσα, ζώσα τέθνηκε» (Α Τιμ. ε΄,6). Εάν τα υλικά και επίγεια δεν κρατήσετε, λέγει ο Κύριος, πως θα σας μιλήσω για τα επουράνια; Πως και εμείς θα χαρακτηριστούμε πραγματικά πιστοί οικονόμοι «ους ελθών ο Κύριος ευρήσει ούτω ποιούντας» (πρβλ. Λουκ. ιβ΄, 43).

Σ αυτό το θέμα επιμένω, γιατί έχω προσωπική πείρα. Ο οσιώτατος Γέροντας μας δίδασκε, και εμείς βλέπαμε πρακτικά, το μέγεθος της ακρίβειας στην οικονομία των πραγμάτων και των πιο ασήμαντων ακόμη. Μας έλεγε ότι πολλές φορές έβλεπε τον προστάτη μας Αγιο, τον Τίμιο Πρόδρομο, να μας τροφοδοτεί με υλικά αγαθά. Τα έριχνε από τον τοίχο της μάντρας, γιατί ακριβώς, όπως έλεγε στο Γέροντα, του άρεσε η οικονομία με την οποία χειριζόμαστε τη θεία ευλογία.

Και η αγαθή συμπεριφορά πολύ εκτιμάται από τη Χάρη του Θεού, που είναι μαζί αμς. Γι αυτό σας συνιστώ να είστε αγαθοί, γλυκείς, πράοι, ταπεινοί σε όλες τις κινήσεις. Πόσο το εκτιμούν αυτό οι επισκέπτες προσκυνητές, που έχουν «κεκαυτηριασμένην συνείδησιν» (πρβλ. Α Τιμ.δ΄, 2) από τον κυκεώνα του παγκόσμιου αναρχισμού και του αδικώτατου συμφέροντος; Πόσες φορές, και παλαιότερα και πρόσφατα, είδαμε να μεταβάλλει τα θηριώδη ένστικτα μία πράη και αγαπητική έκφραση; «Πάντα ημών εν αγάπη γινέσθω» (Α Κορ. ιστ΄,14), «ανεχόμενοι αλλήλους» (Εφ. δ΄,3), «εν σπλάγχνοις Χριστού» (Φιλ α΄,8) δεν προστάζει ο Κύριός μας;

Τιμιώτατα μέλη του Χριστού και γνήσιοι μαθητές του Λόγου, εμείς είμαστε «το άλας της γης και το φως του κόσμου» (Ματ. ε΄, 13 14), ως συνεχιστές της ιερής παράδοσης. Αν έτσι πιστεύουμε και ενεργούμε, πολύ γρήγορα η Χάρη θα μας πληροφορήσει την απόκτηση της υιικής ταυτότητας, που ο Κύριος χαρίζει σ όσους τον ακολουθούν και τον αντιγράφουν. Τους πληροφορεί, όχι εξ ακοής, αλλά εν αισθήσει ότι «υμείς δε εστε οι διαμεμενηκότες μετ εμού εν τοις πειρασμοίς μου, καγώ διατίθεμαι υμίν καθώς διέθετό μοι ο πατήρ μου βασιλείαν, ίνα εσθίητε και πίνητε επί της τραπέζης μου εν τη βασιλεία μου» (Λουκ. κβ΄,28).

Όσοι αμελούν τα καθήκοντά τους, και καυχώνται για τους εξωτερικούς τύπους που τηρούν, θα ακούσουν: «Ο μη ων μετ εμού κατ εμού εστι και ο μη συνάγων μετ εμού σκορπίζει» (Ματ. ιβ΄,30).

Και οι αγαθές μνήμες των ηρώων της πίστης μας να μη σας εγκαταλείπουν, γιατί ο άνθρωπος ως θύμα της επιρροής πολύ μεταβάλλεται και επηρεάζεται από την εικόνα του καλού και ειδικά των ομοιοπαθών μας οσιώτατων Πατέρων. Αυτοί με αθλητική επιμονή εργάστηκαν τη δικαιοσύνη και πρόσφεραν πάρα πολλά στην τήρηση της ευαγγελικής παράδοσης. Δεν το πέτυχαν μόνοι τους, αλλά με τη Χάρη που είχαν μέσα τους. Η ίδια Χάρη προχείρισε και μας τα ευτελή, «μωρά και εξουθενημένα» (Α Κορ. α΄,27 28) στην ίδια διακονία και αποστολή.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 15 Ιουλίου, 2018 σε Εκκλησιαστικά-θεολογικά

 

Μυστήριο καί Ὀμορφιά

«Ἡ ὀμορφιά εἶναι κάτι τρομερό καί φοβερό· εἶναι φοβερή μά καί μυστηριώδης».

Αν η Αισθητική, ὡς θεωρία, ἱστορία καί κριτική τῆς Τέχνης, γιά τήν ὁποία θά κάμουμε λόγο, σέ ἑπόμενο κεφάλαιο, ἐπιδιώκει νά μᾶς δώσει κάποιον ὁρισμό, ἤ κάποια χαρακτηριστικά τῆς ὀμορφιᾶς, ἡ ἴδια ἡ ὀμορφιά δέν προσφέρεται πρός τοῦτο. Αὐτό σημαίνει, ὅτι ἡ ὀμορφιά δέν ἐγκλείεται σέ κάποιο ἐννοιολογικό ἤ νοηματικό, αἰσθητικό ὁρισμό. Ὅπως ὅλα τά μυστήρια, τά μυστηριακά καί μυστηριώδη πράγματα, ἔτσι καί ἡ ὀμορφιά ἔχει τή δική της, ἀλλά ἀπεριόριστη πραγματικότητα, ἔχει τούς δικούς της, ἀλλά ἀνεξάντλητους τρόπους ἀποκαλύψεως. Καί τοῦτο ὄχι ἀσφαλῶς ἐκεῖ πού ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖ ὅτι κατέχει πλοῦτο εἰδικῶν γνώσεων ἤ πλῆθος αἰσθητικῶν ἀρχῶν. Τό πραγματικό μυστήριο, ὑπέρκειται τῶν ὁρίων ἤ τῶν δυνάμεων τοῦ ὀρθολογισμοῦ ἤ ἐπιστημονισμοῦ. Δέν εἶναι μιά ἀόρατη ἤ ἀπρόσιτη περιοχή- εἶναι ἡ ὑπέρ λόγον καί ἔννοιαν ἐμπειρική πραγματικότητα, τό πραγματικό τῆς πραγματικότητας, καί προκειμένου περί τοῦ χριστιανικοῦ μυστηρίου, ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ὁ Θεός ἐργάζεται τήν τελείωση τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ὕψωσή του πάνω ἀπ’ ὅλα τά δημιουργημένα ὄντα.

Ἡ ὀμορφιά λοιπόν εἶναι πραγματικό ὑπαρκτό γεγονός, μία ὀντολογική πραγματικότητα, πραγματική στή μυστηριακή βίωσή της καί ὄχι στίς διανοητικές ἐπινοήσεις μας. Ὅσο περισσότερο ἐπιδιώκουμε νά ἑρμηνεύσουμε τά πράγματα, καί μάλιστα τήν πραγματικότητα πίσω ἀπό τά πράγματα μέ τήν ἀπόλυτη ἐπιστημονική-τεχνολογική γνώση, ὅσο δηλαδή τεχνολογοῦμε ἀντί νά φιλοκαλοῦμε, τόσο περισσότερο, τά πράγματα ἤ ἡ πραγματικότητα πίσω ἀπό τά πράγματα ἀποξενώνονται καί ἀποχωρίζονται ἀπό τόν ἄνθρωπο καί τή ζωή. Καί αυτό ισχύει ακριβώς για την ὀμορφιά, που δεν εἶναι μια ἔννοια, την όποια αναλύουμε, ἀλλά, θά τολμοῦσα τή φράση, ὁ «ἐγκάρδιος οὐρανός» ἀπό τόν ὁποῖο φωτιζόμαστε. Στήν ἐποχή μας βέβαια, πού δέν ὑπάρχει χρόνος γιά τόν στοχασμό ἤ τόν διάλογο μέ τή σοφία, κυριαρχεῖ ἡ ἀπεριόριστη καί ἀνεξέλεγκτη τάση, νά μερίζουμε ἤ νά ἀποσυνθέτουμε ἐξαντλητικῶς τά πράγματα καί νά κατασκευάζουμε εἰδικές ἐπί εἰδικῶν ἐπιστῆμες, μέ ἀποκλειστικές καί περιορισμένες γνώσεις, γεγονός πού ἀντιστρατεύεται πρός τό βάθος τῆς σοφίας καί τήν καθολικότητα τῆς ἀλήθειας, πού κατορθώνουν τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ T.S. Eliot ἐρωτᾶ, πιστεύουμε, μέ «ὀδύνη: «Ποῦ εἶν’ ἡ σοφία, πού τή χάσαμε μέσα στή     γνώση; Ποῦ εἶν’ ἡ γνώση πού τή χάσαμε στίς πληροφορίες;»[1]. Ἡ Σοφιολογία δέν ἐξαντλεῖται στή Φιλοσοφία, ὅταν ἡ Φιλοσοφία γνωρίζεται συνήθως ὡς μία εἰδική ἐπιστήμη μέ εἰδική ἱστορία. Τό καθολικό εἶναι ἡ σοφία, αὐτή πού συγκροτεῖ καί συγκρατεῖ τά πάντα, καί αὐτό εἶναι ἡ βαθύτατη πνευματική-ἀνθρώπινη ἀνάγκη κάθε ἐποχής· ἡ ἐπιστροφή δηλαδή ἀπό τό εἰδικό ἤ μερικό τῆς ἐπιστήμης στό καθολικό τοῦ νοήματος, προκειμένου νά νικηθεῖ τό ἀτελές ἤ τό κενό ὅλης τῆς πραγματικότητας καί κάθε πραγματικότητας. Εἶναι ἡ ἀπουσία τοῦ καθολικοῦ ὁράματος πού βασανίζει τόν ἄνθρωπο καί δυναστεύει τή ζωή· ἡ ἀπώλεια τῆς μυστηριακῆς ἑνότητας, πού ἐκπτωχεύει τόν ἄνθρωπο καί ἀπογυμνώνει τή ζωή. Ὅλα αὐτά σημαίνουν ὅτι ἡ ἀναζήτηση καί ἡ ἀνεύρεση τῆς ὀμορφιᾶς, πρέπει νά τολμηθεῖ πέρα ἀπό τά ὅρια κάποιας εἰδικῆς περιορισμένης Αἰσθητικῆς, πού πάσχει ἀπό τήν ἀπουσία τῆς καθολικῆς ἀλήθειας ἤ τήν ἀπώλεια τοῦ καθολικοῦ νοήματος.

Ἡ ὀμορφιά δέν εἶναι τό εἴδωλο τοῦ κενοῦ ἤ τοῦ μηδενός. Εἶναι τό φῶς μιᾶς παρουσίας ἤ ἑνός πληρώματος. Εἶναι σύνηθες σ’ ὅλη τήν πορεία τῆς Τέχνης, ἡ ὀμορφιά νά ἐκλαμβάνεται ὡς ἕνα ἐξωτερικό ἤ συμβολικό συμπλήρωμα τῆς ζωῆς. Ὀμορφιά δέν εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή, ἤ ἡ ζωή δέν εἶναι ἡ ἴδια ἡ ὀμορφιά, ἀλλά μιά διαρκῶς ἐπινοούμενη καί ἐξωραϊζόμενη εἰκόνα. Τά πράγματα ὅμως, στήν κατά φύσιν πραγματικότητά τους, μή ὄντας ἁπλά ἀντικείμενα, ἤ ἐξωτερικά φαινόμενα, μαρτυροῦν ὅτι τό ὡραῖο, δέν χωρεῖ ἤ δέν ὁρίζεται σέ κάποιο θεωρητικό σχῆμα, δέν συνιστᾶ ἤ δέν ἐκφράζει κάτι τό ἐξηζητημένο γιά τή ζωή. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια ἡ ζωή στήν πληρότητά της, αὐτή πού προφητεύει μέ τήν ὀμορφιά της τό Κάλλος, καί καλεῖ τόν ἄνθρωπο νά μαθητεύσει σ’ αὐτό. Ἄν ὄντως ἡ ζωή εἶναι μυστήριο, εἶναι ὄχι γιατί μένει ἀνερμήνευτη, ἀλλά γιατί εἶναι ἐκπληκτική στή θαυμάσια ὀμορφιά της. Ὄμορφα εἶναι ὅλα τά πράγματα πού φυλάσσουν τό μυστήριό τους· πού παραμένουν ἀστραπηβόλα στήν ὑπέρ νόησιν καί λόγον πραγματοποίησή τους.

Τί εἶναι λοιπόν ἡ ὀμορφιά ἤ τό ὡραῖο, αὐτή ἡ ἀέναη φανέρωση τοῦ Κάλλους; Εἶναι μιά φωτοφόρα ἀποκάλυψη γιά τήν ὁποία εἶναι ἀνεπαρκεῖς οἱ ἀπαντήσεις τῆς Αἰσθητικῆς. Δέν ὑπάρχουν ὁρισμοί, πού μποροῦν νά κάνουν σαφῆ τήν ὀμορφιά, οὔτε καί θεωρίες, πού μποροῦν νά κάνουν γι’ αὐτήν ὑποθέσεις. Ἡ ἀνάγκη τῶν ὁρισμῶν ἤ τῶν θεωριῶν ὑπάρχει ἐκεῖ, πού ἡ ζωή ἀνταλλάσσεται μέ τίς ἰδέες ἤ ἐκεῖ πού τό μυστήριο ἀντικαθίσταται ἀπό ἁπλά σύμβολα, ἀδύνατα νά βοηθήσουν τόν ἄνθρωπο, νά πλεύσει πρός τήν ἑτέρα πραγματικότητα τῆς ζωῆς στήν ἐσχατολογική της πληρότητα.

Εἶναι ἡ ἐσχατολογική τελειότητα πού δίνει ὅλο τόν δυναμισμό στή ζωή, στή συνύφανσή της μέ τήν ὀμορφιά. Ἡ ζωή καί ἡ ὀμορφιά δέν εἶναι κάποια ἀπό τά νοήματα, ἀλλά τό νόημα τῶν νοημάτων. Εἶναι μάλλον μιά σχέση ἤ ἕνας ἔρωτας. Καί αὐτό εἶναι πού ἀφήνει τούς ὁρισμούς ἤ τίς θεωρίες στήν Ἰδεολογία ἤ τή Μεταφυσική, καί ἐν προκειμένῳ στήν Αἰσθητική γιά νά θεραπεύουν τίς ἀσθένειές τους.

Θά ἦταν ἀσφαλῶς ἄδικο, ἄν ἔστω καί συνοπτικῶς ἤ σχηματικῶς δέν κάναμε λόγο γιά τόν πλοῦτο τῶν ὁρισμῶν καί τό πλῆθος τῶν θεωριῶν, περί τήν ἔννοια ἤ τό νόημα τῆς ὀμορφιᾶς ἤ τοῦ ὡραίου, πού μᾶς ἔχει παραδώσει ἡ Αἰσθητική ὡς ἐπιστήμη, ἤ «Αἰσθητική ἐπιστημονολογία», μέγας ἀριθμός σημαντικῶν ἀνθρώπων, εἰδικῶν ἤ μή. Ἡ δυτική σκέψη ἤ ο δυτικός πολιτισμός μᾶς ἔδωσε, διά τῶν ἐκπροσώπων του, ἐνδιαφέρουσες ἀπόψεις γιά τήν ὀμορφιά ἤ τό ὡραῖο. Δέν ἀνήκει στά ἐνδιαφέροντά μας, μιά ἐκτενής ἱστορική ἀναδρομή σ’ αὐτές τίς ἀπόψεις, ὅταν ἡ ποικιλία τούς δέν ὁδηγεῖ σέ κάποια συμφωνία. «Ὅλοι ἐκφέρουμε κρίση γιά τό ὡραῖο· τό θαυμάζουμε στά ἔργα τῆς φύσεως, τό ἀπαιτοῦμε στά προϊόντα τῆς Τέχνης· ἀποδίδουμε ἤ ἀρνούμαστε αὐτή τήν ποιότητα κάθε στιγμή· καί ὅμως ἄν ρωτήσει κανείς ἀνθρώπους μέ τό πιό σταθερό καί εκλεπτυσμένο γούστο ποιά εἶναι ἡ προέλευση τοῦ ὡραίου, ποιά εἶναι ἡ φύση του, ποιά ἡ ἐπακριβής του ἔννοια, ἡ πραγματική του ἰδέα, ποιός ὁ συγκεκριμένος ὁρισμός· ἄν εἶναι ἀπόλυτο ἤ σχετικό· ἄν υπάρχει ένα (κατ’ οὐσίαν) αἰώνιο, ἀναλλοίωτο, ὡραῖο, κανόνας καί πρότυπο τοῦ κοινού ὡραίου, ἤ μήπως συμβαίνει μέ τό ὡραῖο ὅ,τι καί μέ τίς μόδες, ἀμέσως θά δεῖ τίς γνώμες νά διίστανται καί ἄλλους νά ὁμολογοῦν τήν ἄγνοιά τους, ἄλλους νά βυθίζονται στόν σκεπτικισμό. Πῶς γίνεται νά συμφωνοῦν σχεδόν οἱ πάντες ὅτι τό ὡραῖο εἶναι ἕνα· νά εἶναι τόσο πολλοί ἐκεῖνοι πού αἰσθάνονται τήν παρουσία του, ὅταν ὑφίστανται καί τόσο λίγοι νά γνωρίζουν τί εἶναι αὐτό;[2]».

Ἄν πράγματι θεωρήσουμε τήν ὀμορφιά ἱστορικῶς, ὅπως ἔκανε ἐντελῶς πρόσφατα ὁ Οὑμπέρτο Ἔκο, ὑπέρμαχος τῆς ὑποκειμενικῆς ἐκφράσεώς της, τότε εἴμαστε ἀναγκασμένοι νά μιλήσουμε ὄχι γιά μιά ποικιλία ἀπόψεων γιά τήν ὀμορφιά, ἀλλά γιά μιά ποικιλία τῆς ἴδιας τῆς ὀμορφιᾶς, μιά αἰσθητική δημοκρατία τῆς ὀμορφιᾶς, ἕνα σοῦπερ μάρκετ ὀμορφιᾶς, ἕναν «ἀπόλυτο πολυθεϊσμό» ὀμορφιᾶς[3]. Αὐτός ὁ πολυθεϊσμός καταλήγει στήν εἰδωλολατρία τῆς ὀμορφιᾶς, διασκορπισμένος ἑντός τῆς χορείας τῶν ἰδεολογιῶν, γεγονός πού τήν καθιστᾶ ἀγνώριστη, ἀλλότρια τῆς μοναδικότητας τῆς ἀλήθειάς της. Ὁ ἴδιος πάντως στήν εἰσαγωγή τοῦ βιβλίου σημειώνει, ὅτι «ὁ ἐπιθετικός προσδιορισμός ὡραῖος, μαζί μέ τίς λέξεις “ὄμορφος”, “χαριτωμένος”, “θαυμάσιος”, “ὑπέροχος” καί ἄλλες παρόμοιες ἐκφράσεις, χρησιμοποιεῖται συχνά γιά νά ὑποδηλώσουμε κάτι πού μᾶς ἀρέσει, καί πού παραμένει ὄμορφο εἴτε εἶναι δικό μας, εἴτε ἀνήκει στούς ἄλλους. Δίδεται ἡ ἐντύπωση λοιπόν, πώς μέ τήν ἔννοια αὐτή, ὅ,τι εἶναι ὡραῖο ἰσοδυναμεῖ μέ ὅ,τι εἶναι καί καλό καί πράγματι σέ πολλές περιόδους δημιουργήθηκε μιά ἰδιαίτερα στενή σχέση μεταξύ ὡραίου καί καλοῦ[4]».

Ἐκεῖνο βέβαια πού τελειώνει τή σχέση ὡραίου καί καλοῦ εἶναι τό ἀληθινό, ὥστε στήν ἀλληλοπεριχώρηση αὐτῆς τῆς τριάδας, γιά τήν ὁποία θά μιλήσουμε ἐκτενέστερα σέ ἑπόμενο κεφάλαιο, νά ἔχουμε τήν πληρέστερη σύλληψη τῆς ἔννοιας τῆς ὀμορφιᾶς. Αὐτή ἡ τριάδα ὑπῆρξε ἰδιαίτερα προσφιλής στόν Ντ. Ντιντερό, (ἦταν “τά τρία τοῦ ἄστρα”), γιά νά καταλήξει στόν ὁρισμό, ὅτι «ὡραῖο, ἐκτός ἐμοῦ, εἶναι ὁτιδήποτε περιλαμβάνει μέσα του ἐκεῖνο πού μπορεῖ νά ξυπνήσει στή νόησή μου τήν ἰδέα τῶν σχέσεων καί ὡραῖο, σέ σχέση μέ ἐμένα, εἶναι ὅ,τι μου ξυπνᾶ αὐτή τήν ἰδέα… Ἡ ἀντίληψη τῶν σχέσεων εἶναι τό θεμέλιο τοῦ ὡραίου. Ἕνα ὡραῖο εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῶν σχέσεων, ἀποτέλεσμα πολλῶν συνδυασμῶν πού ἐμπίπτουν στήν ἀντίληψή της»[5]. Αὐτός βέβαια ὁ ὁρισμός τοῦ ὡραίου, ὡς συμπέρασμα ἤ ὡς συνέπεια μιᾶς νοητικῆς ἀντιλήψεως ἤ μιᾶς ἰδεολογίας τῶν σχέσεων, ἀπέχει ἀπολύτως ἀπό μιά σαφῆ ὀντολογική πραγματικότητα, ὅπου λειτουργεῖται ἡ κοινωνία καί ἡ μέθεξη τῆς ὀμορφιᾶς.

Ἡ ὀμορφιά ἀπαιτεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο μιά διαρκή ἐμβάθυνση, πέρα ἀπό τή φύση, τήν ἱστορία, τήν ἐπιστήμη, τήν τέχνη, τήν αἰσθητική, τή φιλοσοφία, ἀκόμη καί τή θρησκεία, ὥστε νά μή θεωρεῖται ἁπλῶς ὡς ἕνα πολυειδές ἤ πολυσχιδές φαινόμενο, πού χωρίς τή μυστηριακή ἤ ἐσχατολογική ἀρχή τῆς πραγματικότητας κινδυνεύει νά περιοριστεῖ σέ μίαν ἀνθρωποπαθῆ, μυστικιστικοπαθῆ ὑπέρθεη (εἰδωλική) ἰδέα: Δέν εἶναι ὁ Θεός ἡ ὀμορφιά, ἀλλά ἡ ὀμορφιά ὁ Θεός! Μέ ἄλλα λόγια, ὀφείλουμε νά γίνουμε κοινωνοί μιᾶς ὀντολογικῆς πραγματικότητας, ὅπου ἡ βίωση τῆς ὀμορφιᾶς συνυφαίνεται μέ τά ἔσχατα αἰτήματα τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, τίς συγκλονιστικές ἐμπειρίες τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Εἶναι μιά ἀποκάλυψη καί μιά ἀνακάλυψη, ὄχι στό ἐπίπεδο μιᾶς ἐκλεκτῆς συγγένειας τοῦ ἀνθρώπου μέ τή Φύση, ἀλλά τῆς αἰσθήσεως μιᾶς ἑτέρας πραγματικότητας, ὡς θαυμαστή κλήση μιᾶς προσωπικῆς ἐμπειρίας, ὡς κλήση ἐρωτικῆς κοινωνίας μεταξύ ἑνός πάσχοντος Θεοῦ ἐραστῆ καί ἑνός πληγωμένου ἀνθρώπου ἐρωμένου.

Τό βασικό ἐρώτημα παραμένει σέ ποιά σχέση μᾶς ἀποκαλύπτεται ἤ ἀνακαλύπτουμε τήν ὀμορφιά. Κάθε ἀποκάλυψη ἤ ἀνακάλυψη, εἶναι φανέρωση ἑνός ὀνόματος ἤ προσώπου, καί ὄχι μιά διαδικασία ἤ σύγκρουση κάποιων ἰδεῶν εἶναι καρπός μιᾶς συγκεκριμένης σχέσεως προσώπων, πού θερμαίνει τόν ἔρωτα, ὡς ἐπίμονη ἀγάπη. Ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς γράφει, ὅτι «ὡς κοινός παρονομαστής κάθε ἐμπειρίας τοῦ κάλλους θά μποροῦσε νά προταθεῖ τό θελκτικό στοιχεῖο. Τό κάλλος θέλγει, δηλαδή ἑλκύει, προκαλεῖ τήν ἐπιθυμία σχέσης, μέθεξης, μετάληψης, σύναψης, συνουσίας. Ἡ δύναμη τῆς θελκτικότητας, δυναμική τῆς κλήσεως σέ σχέση, – θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ ὡς ἐρωτική ἑτοιμότητα, πού στήν περίπτωση τοῦ κάλλους, ὡς θέλξης, – περισσότερο ἴσως καί ἀπό τήν ἐρωτική ἐμπειρία – βεβαιώνει τή σχέση ὡς ἐνδεχόμενο τρόπο ὕπαρξης, ἀνυπότακτη σέ προσδιορισμούς καί ἀναγκαιότητες τῆς φύσης, καί αὐτό μᾶς ἐπιτρέπει νά μιλᾶμε γιά ὀντολογία τῆς σχέσης»[6].

Ἡ κλήση λοιπόν τοῦ ἀνθρώπου ὡς σχέση ἀγαπητική, εἶναι σχέση πού ἀποκλείει κάθε διανοητική ἤ φυσιοκρατική, ἰδεολογική ἤ αἰσθηματική ἀναφορά, καί τοποθετεῖ τήν κοινωνία τῆς ὀμορφιᾶς στήν αἴσθηση τῆς καρδιᾶς ἤ τήν πείρα ἐκ τῆς αἰσθήσεως, στήν ἐμπειρία μιᾶς ὑπαρξιακῆς καταλήψεως. Δέν θά μπορέσουμε ποτέ νά ὀνομάσουμε διαφορετικά τήν ὀμορφιά, παρά ὡς μυστήριο ἤ θαῦμα, ὡς δωρεά ἤ ἀποκάλυψη, πού κατακλύζει τή ζωή τοῦ ποθοῦντος ἀνθρώπου καί ἐργάζεται τήν μεταμόρφωσή τοῦ στό θαβώρειο φῶς της. Ο Φ. Ντοστογιέφσκι εἶναι ὁ μάρτυρας αὐτῆς τῆς ὑπερλογικῆς ἤ ὑπεραισθητικῆς προσεγγίσεως τῆς ὀμορφιᾶς, ὅταν ὁμολογεῖ ὅτι στό βάθος της θεᾶται σέ κρίσιμες στιγμές τῆς ζωῆς, ὅπως λ.χ. οἱ στιγμές τῆς ἐπιληψίας, αὐτό «τό μυστικό παράθυρο πού ἐκεῖνος ἀναζητοῦσε, γιά νά γεφυρώσει τοῦτον τόν κόσμο μέ τόν ἄλλο, μέσα ἀπό τό δικό τοῦ “ἐγώ”. Ὅλο τό ἔργο του, μιά συνεχιζόμενη προσπάθεια, ἐπιστροφή στόν ἴδιο ἀγώνα, μακριά-μακριά τό βέλος του θέλει νά σχίσει τά σκεπάσματα πού περιβάλλουν αυτόν τόν κόσμο, ὅπου καμιά λύση δέν εἶναι ὁριστική, ἡ λύση περνᾶ μέσα ἀπό τήν ἔξοδο. Μόνο βαδίζοντας πρός τά ἐκεῖ, στήν ἐπιτυχία μιᾶς ἁρμονίας μέσα μας καί μέσα στόν κόσμο, εἶναι δυνατό νά ἀνθρωπίζεται ὁ ἄνθρωπος, «νά βρεῖ τόν ἄνθρωπο μές στόν ἄνθρωπο», ἑνώνοντας τό ἐγώ του μέ τό σταθερό, τό αἰώνιο. Τέτοιο εἶναι τό «ὅραμα», πού, βγάζοντάς το ἀπό μέσα του, τό τοποθετεῖ πίσω ἀπό τό «μυστικό παραθυράκι»[7].

Ιδού τι γράφει στόν «Ηλίθιο» τοῦ: «Ανάμεσα στά άλλα, άρχισε καί σκεπτόταν, πως στίς επιληπτικές τοῦ κρίσεις, υπήρχε μια στιγμή, λίγο, ελάχιστα πριν από τό ξέσπασμά τῆς, οπόταν ξαφνικά μέσα στή θλίψη, μέσα στό ψυχικό σκοτάδι, τήν ώρα πού κάτι τόν πλάκωνε, ένιωθε στιγμές-στιγμές τό μυαλό τοῦ να φλογίζεται κι όλες τίς ζωικές τοῦ δυνάμεις να εντείνονται, όλες μαζί μονομιάς, στό έπακρο. Η αίσθηση τῆς ζωής, η αυτοσυνείδηση, σχεδόν διπλασιαζόταν κείνες τίς στιγμές, πού κρατούσαν όσο καί μια αστραπή. Τό μυαλό καί η καρδιά φωτίζονταν, μ’ ένα ασυνήθιστο φως· όλες οι ανησυχίες, όλες οι αμφιβολίες τοῦ, κάθε ταραχή, λες καί πραΰνονταν μονομιάς, καί μεταβάλονταν σε μιαν ανώτερη ηρεμία, γεμάτη, διάφανη, αρμονική χαρά κι ελπίδα, γεμάτη λογική καί ξεκαθαρισμένες τελικές αιτίες… Ὅταν σκεπτόταν αργότερα αὐτή τη στιγμή, σαν είχε γίνει πια καλά, έλεγε συχνά μέσα τοῦ· όλες αὐτές οι αστραπές κι οι διαλείψεις τῆς ανώτερης αυτοαίσθησης κι αυτοσυνείδησης, καί κατά συνέπεια τῆς «ύψιστης ύπαρξης», δέν εἶναι άλλο παρά αρρώστια, δέν εἶναι παρά μια διασάλευση τῆς φυσιολογικής κατάστασης, κι αν εἶναι έτσι, δέν πρόκειται καθόλου γιά ύψιστη ύπαρξη, μα απεναντίας θά πρέπει να λογιστεί σαν μια απ’ τίς “κατώτερες”».

Καί συνεχίζει, ο συγγραφέας μας, φτάνοντας τελικά σ’ ένα σχεδόν παραδοξολογικό συμπέρασμα: «Καί τί σημασία έχει πού όλ’ αυτά εἶναι αρρώστια; τί σχέση έχει πού αὐτή η υπερένταση δέν εἶναι φυσιολογική, αφού τό ίδιο τ’ αποτέλεσμα, αὐτή η στιγμή πού νιώθω έτσι, ὅταν τη θυμάμαι καί τη διερευνώ σε κατάσταση υγείας πια, αποδείχνεται πως έχει μιαν αρμονία φτασμένη στό ανώτατο σημείο τῆς, εἶναι η ίδια η ὀμορφιά, αφού μου δίνει μιαν αίσθηση πληρότητας πού ούτε ξανάκουσα ούτε μπορούσα ποτέ μου να φανταστώ ως τα τότε, μιαν αίσθηση πληρότητας, μέτρου, ειρήνευσης, καί παλόμενης θρησκευτικής ταύτισης με τήν πανουσία τῆς ζωής;… Δέν μπορούσε ν’ αμφιβάλει καθόλου πως πρόκειται πραγματικά γιά μια «ὀμορφιά καί θρησκευτική ταύτιση», πως ἦταν πραγματικά «η πανουσία τῆς ζωής…». Γιάτί δέν ονειρευόταν τίποτα οράματα κείνη τη στιγμή, όπως γίνεται σαν πιει κανείς χασίς, όπιο ἤ κρασί, πού εξασθενούν τίς νοητικές ικανότητες καί διαστρεβλώνουν τήν ψυχή μας, δέν έβλεπε πράγματα αφύσικα, μήτε φανταστικά… Σαν πέρναγε η κρίση ὅλα αυτά μπορούσε να τά κρίνει λογικά, ὅταν όλες οι στιγμές εκείνες ἦταν στο έπακρο μια ασυνήθιστη ισχυροποίηση τῆς αυτοσυνείδησης καί ταυτόχρονα τῆς αυτοαίσθησης. Αφού εκείνο τό δευτερόλεπτο, δηλαδή τήν τελευταία συνειδητή στιγμή πριν από τήν κρίση, τού τύχαινε να προφθάσει να πει καθαρά καί συνειδητά στόν εαυτό τοῦ: «Ναι, γι’ αὐτή τη στιγμή, (όπου “χρόνος ουκέτι έσται”, Αποκ. 10,6), μπορεί να δώσει κανείς όλη τοῦ τη ζωή· σημαίνει φυσικά πως αύτη η στιγμή από μόνη τῆς αξίζει μιαν ολόκληρη ζωή»[8].

Ο Φ. Ντοστογιέφσκι αναζητά τίς υπαρξιακές ρίζες καί εμπειρίες τῆς ὀμορφιάς- τῆς αιώνιας ὀμορφιάς, ως τόν πυρήνα τοῦ καθολικού μυστηρίου τῆς ζωής, πού δέν υπόκειται «στό νόμο τῆς γης, ἀλλά έχει άλλο νόμο ανώτερο», καί αυτό εἶναι «ένας υπαινιγμός γιά τήν άθανασία» [9]. Στόν αντίποδα βρίσκεται ο I. Kant, ο οποίος στό έργο τοῦ «Κριτική τῆς κριτικής ικανότητας», επιχειρεί «τήν ανάλυση τῶν αισθητικών κατηγοριών τοῦ ὡραίου καί τοῦ ὑπέροχου, ως μιαν εισαγωγή σε μια ηθική θεωρία νατοῦραλιστικού καί ανθρωπολογικού χαρακτήρα, όπου η αρετή δέν θεμελιώνεται σε θεωρητικούς κανόνες, ἀλλά στή συνείδηση ενός καθολικού αισθήματος: τό αίσθημα τῆς ωραιότητας καί τῆς αξιοπρέπειας τῆς
ανθρώπινης φύσεως. Η πραγματική προπαίδευση γιά τήν εδραίωση τῆς καλαισθησίας εἶναι η ανάπτυξη τῶν ηθικών ιδεών καί η καλλιέργεια τοῦ ηθικού αισθήματος. Αυτό τό
αίσθημα – τό αίσθημα τῆς ωραιότητος καί τῆς αξιοπρέπειας τῆς ανθρώπινης φύσεως- εἶναι μια αρχή καθολικής ευμένειας, πού ὅταν δέν υποκύπτει στή διάθεση τῆς στιγμής,  τότε αποκτά τη δηλωτική ευπρέπεια, πού εἶναι η ὀμορφιά τῆς αρετής» [10].

Ο I. Kant συνδέει «τό αίσθημα τοῦ ὡραίου, με τό ηθικό αίσθημα» αν καί «η χρησιμοθηρία δέν συμβαδίζει με τήν καλαισθησία»[11]. Πρόκειται γιά τό αίσθημα τοῦ μερισμένου δυτικού ανθρώπου, τοῦ οποίου αντίποδας εἶναι η αίσθηση τοῦ καθολικού ορθόδοξου ανθρώπου, ένα έργο τοῦ νου καί τῆς καρδιάς ομού, πού εκφράζει τη συνείδηση τῆς οντολογικής
πληρότητας τῆς ζωής τῆς υπάρξεως εντός τοῦ πληρώματος μιας υπεραισθητικής Παρουσίας. Η ορθόδοξη βεβαιότητα εἶναι ότι, η ὀμορφιά εἶναι άλλη καί έρχεται από αλλού, εἶναι
ακριβώς μια εσχατολογική τελειότητα, πού εγκεντρίζει. ολόκληρο τό παροδικό παρόν, στήν ατέλευτη αιωνιότητα τοῦ μέλλοντος. Δέν θεωρούμε από τά παρόντα τά μέλλοντα, ἀλλά από τά μέλλοντα τά παρόντα. Η ὀμορφιά ἤ τό ὡραῖο εἶναι μια μέλλουσα δόξα η όποια μας έχει ἤδη αποκαλυφθεί, πού λαμπρύνει μεταμορφωτικώς ολόκληρη τήν ύπαρξη καί ολόκληρη τη ζωή. Έτσι εξηγείται γιατί η αίσθηση τῆς ὀμορφιάς ἤ τοῦ ὡραίου, όπως ἤδη έχουμε ισχυριστεί, δέν συγχέεται με τό αίσθημα τῆς απολαύσεως ἤ τῆς ευαρεστήσεως. Συνυφαίνεται κυριολεκτικώς με τήν επίπονη άσκηση, τήν πείρα τῆς οδύνης καί εἶναι ακριβώς αυτό πού συνδέει τήν παράδοξη ὀμορφιά με μιαν απεριόριστη δύναμη.

Η ὀμορφιά δέν συμπορεύεται με τήν θανατηφόρα ηδονή, ἀλλά με τήν απελευθερωτική οδύνη. Ὅταν «η ὀμορφιά καί η θλίψη συμπεριπατούν, τότε μας φέρνουν τό ίδιο μήνυμα», γι’ αυτό, «αυτοί πού με ενδιαφέρουν εἶναι εκείνοι πού υποφέρουν, εκείνοι πού ξέρουν τι εἶναι ὀμορφιά κι εκείνοι πού ξέρουν τι εἶναι θλίψη». Η ευημερία, η απὅλαυση καί η επιτυχία μπορεί να εἶναι χονδροειδείς στόν πυρήνα τούς καί χυδαίες στήν υφή τούς, ενώ η θλίψη εἶναι τό πιο ευαίσθητο απ’ ὅλα τά ανθρώπινα πράγματα». «Όπου υπάρχει θλίψη, ο τόπος εἶναι ιερός…». «Κι εκείνος πού μπορεί να κοιτάζει τήν ὀμορφιά τοῦ κόσμου, να παίρνει μέρος στίς λύπες τοῦ καί να καταλαβαίνει κάτι από τό θαυμαστό πού έχουν καί τά δυο, βρίσκεται σε άμεση επαφή με τά θεϊκά πράγματα καί έχει πλησιάσει τό μυστικό τοῦ Θεού, όσο μπορεί κανείς να τό πλησιάσει…». «Τό να ειρωνεύεται κανείς μια ψυχή πού πονάει, εἶναι κάτι φοβερό. Όσοι τό κάνουν αυτό, η ζωή τούς εἶναι στερημένη από ὀμορφιά…». «Να μάθουμε τό νόημα τῆς θλίψης καί τήν ὀμορφιά της»[12].

Αναφέραμε προηγουμένως, ότι ὀμορφιά γιά τόν Φ. Ντοστογιέφσκι, εἶναι «η αυτοαίσθηση καί η αυτοσυνείδηση τοῦ προσώπου σε στιγμές πραγματικού πόνου… Αυτό τό ασυνήθιστο πρόσωπο, εξαιτίας τῆς ὀμορφιάς τοῦ καί εξαιτίας ενός κάτι άλλου, τοῦ κάνει τώρα ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση. Παράξενη ὀμορφιά… Ναι όμορφη εἶναι, πολύ μάλιστα… Ώστε λοιπόν μια τέτοια ὀμορφιά εκτιμάτε;… Σ’ αυτό τό πρόσωπο υπάρχει…, φαίνεται νάχει υποφέρει πολύ… Πόση δύναμη!»[13]. Τό πρόσωπο, ως πραγματοποίηση σχέσεως εἶναι η άβυσσος καί συγχρόνως ο μάρτυρας τῆς ὀμορφιάς· ἤ η ὀμορφιά εἶναι άβυσσος τοῦ προσώπου, τό διασωζόμενο μυστικό τοῦ ὅταν εκείνο πού αγαπάμε εἶναι «κάποια φωτεινή μορφή, μια μορφή αγνής ὀμορφιάς… Ἤταν αρκετά αδύνατη, καί τό πρόσωπό τῆς, ὄχι πως ἦταν πολύ όμορφο, έκρυβε όμως μέσα τοῦ τό μυστικό ν’ αρέσει καί χωρίς ὀμορφιά καί να σε προσελκύει μέχρι πάθους»[14]. Τό πρόσωπο καθεαυτό εἶναι αξιαγάπητο, αλλ’ αυτό πού τό κάνει ιδιαιτέρως αξιαγάπητο εἶναι η ὀμορφιά, κρυμμένη στούς λειμώνες τῆς καρδιάς, η θεανθρώπινη αλήθεια τοῦ· η συνάντηση αγάπης καί ὀμορφιάς.

Στήν παρούσα συνάφεια, επειδή στό θέμα αλήθειας καί ὀμορφιάς θά επανέλθουμε, αρκούμαστε στο να επισημάνουμε ότι η αλήθεια φανερώνεται στήν αγάπη καί στήν αγάπη αποκαλύπτεται η ὀμορφιά. Επειδή τίς περισσότερες φορές, ακόμα καί ως Χριστιανοί, παραμένουμε δούλοι τῆς συνήθειας «να έχουμε ως μέλημά μας να βρίσκουμε ωραία ονόματα
γιά να σκεπάσουμε τήν ασχήμια τῆς ευσέβειας μας, κι ὄχι να ζητούμε να αντικρίσουμε τό χρυσό όντως πρόσωπο τῆς αλήθειας. Τίποτε δέν υπάρχει πιο ποθητό από τήν αλήθεια ακόμη κι αν δέν εἶναι στολισμένη με λόγια ὄμορφα κι ευχάριστα. Η αλήθεια λάμπει με τό φυσικό κάλλος καί δέν χρειάζεται κομμώσεις καί καλλωπισμούς, ούτε θύραθεν λόγους, οι οποίοι σαν ψιμύθια απατηλά τείνουν να τήν εξωραΐσουν»[15]. Η αλήθεια καί η ὀμορφιά, ανήκουν στό ενυπόστατο τοῦ προσώπου, στά ουσιώδη, όσο καί οδυνηρά, τοῦ προσωπικού μυστηρίου, πού φλεγόμενα από τόν έρωτα, ο οποίος «επιτεταμένη αγάπη λέγεται»[16], κοινωνούν μιας οντολογικής πραγματικότητας, όπου η αλήθεια γνωρίζεται ως ὀμορφιά, καί βέβαια η ὀμορφιά ως έρωτας ἤ ο έρωτας ως ὀμορφιά.

Εἶναι ο έρωτας προς τήν αλήθεια πού ταυτίζεται με τόν έρωτα προς τήν ὀμορφιά. Αν η Τέχνη εἶναι ένας έρωτας, εἶναι γιατί προηγουμένως η ὀμορφιά εἶναι ένας έρωτας, αυτός πού υπερνικά τίς ψευδαισθήσεις ἤ τίς απεικονίσεις καί βυθίζεται με τήν απάθεια ἤ τήν καθαρότητά τοῦ στήν καρδιά τῶν ζώντων δημιουργημένων όντων. Τό ὡραῖο δέν εκφράζεται ἤ δέν ερμηνεύεται μόνο με τήν Τέχνη, επειδή υπερβαίνει τά όρια τῆς απλής αρμονίας ἤ αναλογίας, τῆς μορφής ἤ τοῦ σχήματος, καί πολύ περισσότερο, τῆς κομψότητας ἤ επιτηδεύσεως, τοῦ εξωραϊσμού ἤ καλλωπισμού, πράγματα πού συνήθως ανταποκρίνονται στόν φαινομενικό ἤ εικονιστικό κόσμο καί πού επιτυγχάνονται με καθαρώς τεχνικά ἤ τεχνητά μέσα. Η ὀμορφιά εἶναι η ερωτική καί ποιοτική ψυχή κάθε πραγματικότητας, αὐτή ακριβώς πού συνιστά καί συγκρατεί τά πάντα στή χαρισματική εσωτερικότητά τούς. Εἶναι η πηγή μιας μεγαλειώδους καί λυτρωτικής δυνάμεως, πού διέρχεται όλη τήν ύπαρξη, μια έκπληξη καί έκσταση ενώπιον τῆς διαρκούς αποκαλύψεως «τῶν καίνών θαυμάτων», πείρα πού θεμελιωμένη στήν όντως αλήθεια, μεταβάλλεται σε οδό θεωρίας τῶν θείων ωραιοτήτων.

Η ὀμορφιά δέν εἶναι απλώς πρόκληση προς ρομαντική διάθεση ἤ αφηρημένη ευδαιμονία. Εἶναι τό πυρ καί η φλόγα, πού ανάπτει καί κατακαίει τήν καρδιά μας, γιά να κρατηθεί αδιάπτωτος ο πόθος καί ανοικτή η οδός τῆς επιστροφής τῶν δημιουργημάτων στό «πρωτόκτιστον κάλλος». Πρόκειται περί μιας νήψεως ἤ προσοχής τῆς καρδιάς πάνω στό μυστήριο τῆς καθολικής σωτηρίας, μέσα από τό μυστήριο τῆς ὀμορφιάς. Σε τελευταία ανάλυση, καλούμαστε ὄχι απλώς να σεβαστούμε, ἀλλά να φυλάξουμε εν έργω τό μυστήριο, ως τό πραγματικό τοῦ πραγματικού, γιάτί σ’ αυτό οφείλουμε να αναζητήσουμε τό αρχέτυπο κάλλος, να ανακαλύψουμε τό νόημα τῆς ὀμορφιάς. «Δέν παγιδεύει ο χρόνος τήν ὀμορφιά, τήν παγιδεύει η ρηχότητα»[17]. Μόνο στό μυστήριο καί με τό μυστήριο διασώζεται η ακεραιότητα τῶν πραγμάτων εκείνων πού αρέσκεται να αποσυνθέτει η σοφία τοῦ κόσμου τούτοῦ, επειδή τά πράγματα δέν εἶναι όπως εἶναι ἤ όπως φαίνονται ότι εἶναι· στό βάθος εἶναι πράγματα μιας άλλης τάξεως, τῆς αρχέγονης τάξεως τοῦ κόσμου. Η πραγματική ὀμορφιά, γιά τη χριστιανική-υπαρξιακή σοφία, εἶναι μια άβυσσος, μια πληρότητα, μια τελείωση.

Ο Ν. Μπερδιάγιεφ γράφει, ότι «ή ωραιότης δέν ανταποκρίνεται εις ένα ιδιαίτερον τρόπον εμφανίσεως τῆς υπάρξεως, ἀλλά αποτελεί τό χαρακτηριστικόν τῆς πλέον ὑπέροχου ιδιότητος τοῦ όντος. Δέν εἶναι μια αισθητική, ἀλλά καί μια μεταφυσική κατηγορία καί ολοκληρωμένη κρίση. Εάν υπάρχει τι, τό οποίον εννοείται ως ολοκληρωμένον καί τέλειον, τούτο εἶναι η ωραιότης (ωραία ψυχή, ωραία ζωή, ωραία πράξις…). Τό ὡραῖον εἶναι ο τελικός σκοπός τῆς υπάρξεως τοῦ ανθρώπου καί τοῦ κόσμου· πέραν τῆς γνώσεως τοῦ καλού καί τοῦ κακού, βρίσκεται η ωραιότης. Η Βασιλεία τοῦ Θεού δύναται να νοηθεί μόνον ως επικράτησις τῆς ωραιότητος. Η μεταμόρφωση τοῦ κόσμου εἶναι μια αποκάλυψις τῆς ωραιότητος καί πάσα ωραιότης εις τόν κόσμον εἶναι μια ανάμνησις τοῦ Παραδείσου, είτε μια προφητεία, η οποία ευαγγελίζεται τήν έλευσιν ενός μεταμορφωμένου καί δεδοξασμένου κόσμου»[18].

ὅλα αυτά τά θαυμάσια περί τήν ὀμορφιά καί ιδιαιτέρως η εκ μέρους τοῦ ανθρώπου εσωτερίκευση της, πριν από τήν προφητεία, απαιτούν μια μαθητεία ασκητική ἤ μιαν αγάπη θυσιαστική. Τό έχουμε ἤδη επισημάνει, ότι η ὀμορφιά χαρίζεται στούς πληγωμένους από τόν έρωτά της, σ’ εκείνους πού έχουν ἤδη μεταμορφώσει τόν έρωτα τῆς αμαρτίας σε θείο έρωτα, σε έρωτα σταυρικό εν χάριτι. Κανείς δέν κατέχει τη σοφία γιά τήν ὀμορφιά, δέν δύναται «τό πρόσωπον αυτής ένδον ενηδόνως (να) περιπτύσσεται», αν δέν μιμηθεί τήν σώφρονα ευαγγελική πόρνη, γιά τήν οποία ο Κύριος «ου λέγει ότι εφοβήθη, άλλ’ ότι ηγάπησε πολύ, καί ηδυνήθη ευχερώς έρωτι έρωτα διακρούεσθαι»[19]· αν δέν εργάζεται αδιαλείπτως τήν μεταμόρφωσή τοῦ, δέν υψώνεται διαρκώς πάνω από τά δημιουργημένα πράγματα, δέν επιστρέφει συνεχώς στή βα­σιλική ελευθερία τοῦ. Η αμαρτία δέν εἶναι μια αθέτηση ἤ παράβαση κάποιας νομικής ηθικής εντολής, ἀλλά η απόρριψη ἤ η διαστροφή τοῦ δώρου τῆς αγάπης. Ανήκει μόνο στήν οικονομία τοῦ Θεού, τό ότι η μεταπτωτική μας περιπέτεια δέν βιώνεται ως απορία, ἀλλά κυρίως ως οδύνη, ώστε «μέσω αυτής τῆς τραγωδίας να αποκτούμε τήν εμπειρία τῆς ὀμορφιάς»[20].

Γιά τόν Ν. Μπερδιάγιεφ, η ὀμορφιά «έχει τήν ιδική τῆς διαλεκτική»[21]. Καί γιά τόν Φ. Ντοστογιέφσκι, η ὀμορφιά ανήκει ὄχι μόνο στό χώρο τοῦ μυστηρίου ἤ τοῦ ὑπέροχου, ἀλλά καί τοῦ τραγικού καί τοῦ μυστηριώδους, πού οφείλουμε να διερχόμαστε με φόβο καί τρόμο: «Η ὀμορφιά εἶναι κάτι τρομερό καί φοβερό. Εἶναι τρομερή γιατί εἶναι ακαθόριστη καί δέν μπορείς να τήν καθορίσεις γιατί ο Θεός μονάχα αινίγματα μας έθεσε. Εδώ σμίγουν τά πιο απόμακρα ακρογιάλια, εδώ ζουν όλες μαζί οι αντιφάσεις… Τά μυστήρια εἶναι πολλά. Πάρα πολλά αινίγματα βασανίζουν τόν άνθρωπο σε τούτη τη γη… Η ὀμορφιά! Δέν μπορώ να τό υποφέρω πως υπάρχουν μερικοί, πολλές φορές μάλιστα μεγαλόκαρδοι καί μυαλωμένοι, πού ‘χουν στήν αρχή γιά ιδανικό τούς τήν Μαντόνα καί καταλήγουν να ‘χουν γιά ιδανικό τούς τά Σόδομα. Πιο φοβεροί ακόμη εἶναι κείνοι, πού έχοντας πια γιά ιδανικό τούς τά Σόδομα, δέν απαρνιούνται καν τό ιδανικό τῆς Μαντόνας… Αυτό πού ο νους τό θεωρεί ντροπή, στήν καρδιά φαντάζει σαν καθαρή ὀμορφιά. Στά Σόδομα να βρίσκεται άραγε η ὀμορφιά; Να ‘σαι βέβαιος πως γιά τη μεγάλη πλειονότητα τῶν ανθρώπων στα Σόδομα ακριβώς εἶναι θρονιασμένη. Τό ‘ξερες αυτό τό μυστικό ἤ ὄχι; Τό τρομερό εἶναι πού η ὀμορφιά εἶναι ὄχι μονάχα φοβερή μα καί μυστηριώδης. Εἶναι ο διάβολος πού παλεύει με τό Θεό καί το πεδίο τῆς μάχης εἶναι οι καρδιές τῶν ανθρώπων»[22].

Αυτό τό μυστηριώδες ἤ αινιγματικό τῆς ὀμορφιάς συναντούμε καί στόν «Ηλίθιο»: «Μόνο όποιος περνά τη γραμμή, όπου συναντιούνται η γη με τόν ουρανό», αυτός «βρίσκει αμέσως τη λύση τοῦ αινίγματος καί τήν καίνούργια ζωή, μια τεράστια ζωή» από τήν οποία απουσιάζουν οι αντιφάσεις[23]. Ο Leon Zander, στά σχόλιά τοῦ, πάνω στό σχετικό κείμενο αυτού τοῦ μυθιστορήματος, αναφέρει: «Από τη μια πλευρά βρίσκουμε μια συσσώρευση γεγονότων καί επεισοδίων πού πλήρωσαν τη ζωή τοῦ Πρίγκηπα Μίσκιν· απ’ τό άλλο μέρος τήν πιο βαθιά έκθεση τῶν αληθειών τῆς ανθρώπινης ύπαρξης, τῆς αγιάτρευτης τραγωδίας τοῦ προσωπικού καί παθιασμένου πνεύματος, τῆς απόπειρας πούγινε γιά να λυθεί αὐτή η τραγωδία διά μέσου μιας αγάπης, πού αφοσιώνεται ολοκληρωτικά. Η Ναστάζια Φιλίποβνα εἶναι ένα εξαιρετικό πρόσωπο καί ο Πρίγκηπας Μίσκιν εἶναι πεπεισμένος πως ο προορισμός αυτής τῆς γυναίκας δέν πρέπει νάναι κοινός. Η φυσιογνωμία τῆς εἶναι ευφρόσυνη κι όφειλε να υποφέρει πολύ… Η μορφή εἶναι υπερβολικά υπερήφανη· δέν βλέπει όμως αν εἶναι καλή ἤ κακή. Μακάρι να μπορούσε να ‘ναι καλή· ὅλα θά σώζονταν»[24].

Τά σχόλια συνεχίζονται ιδιαιτέρως αποκαλυπτικά: «Η ὀμορφιά εἶναι ένα αίνιγμα. Τήν ὀμορφιά εἶναι δύσκολο να τήν κρίνει κανείς. Φοβάται κανείς να τήν κοιτάξει», λόγια πού αρμόζουν στήν Ναστάζια Φιλίποβνα, «στά μάτια τῆς οποίας διαισθανόταν κανείς μια βαθιά καί μυστηριώδη σκοτεινότητα. Τό βλέμμα τῆς φαινόταν πως έθετε ένα αίνιγμα… Ο πόνος αυτής τῆς γυναίκας δέν έχει όμοιο. Ζει μόνη τῆς με τό σημείο τῆς τελειότητας, πού μαρτυρεί γιά τίς πιο βαθιές ρίζες τῆς προσωπικότητάς της κι ὄχι γιά τήν ὀμορφιά της, ούτε γιά τίς πράξεις της. Κι όμως αὐτή η ὀμορφιά, αὐτή η τελειότητα, στό πιο απόλυτο νόημα τοῦ όρου “κρατιέται αιχμάλωτη σε βαριές αλυσίδες”… Κι ενώ βρίσκονταν σ’ αὐτή τήν τραγωδία, ανεβαίνει ένας στεναγμός, ένα κάλεσμα, τό όνειρο τοῦ Νυμφίου καί σωτήρα. “Χίλιες φορές θέλησα να ριχτώ στήν ελώδη λίμνη, μα μου ’λειπε τό θάρρος καί δέν είχα τη δύναμη να τό κάνω”. Δέν εἶναι δυνατόν να εκφράσει κανένας πιο εύγλωττα τούς πόνους τῆς ωραιότητος… καί τη γεμάτη άγχος αναμονή τοῦ Σωτήρα. Οι λόγοι τῆς Ναστάζια Φιλίποβνα ξεπερνούν τά όρια τοῦ χρόνου καί τῆς ατομικής βιογραφίας, συνοψίζοντας τήν τραγωδία τῆς ψυχής καί τοῦ

ίδιου τοῦ σύμπαντος. Ο πρίγκηπας Μίσκιν τό ξέρει· τῆς μιλάει τη γλώσσα τῆς αιωνιότητας κι ο διάλογός τοῦ μαζί τῆς δέν εἶναι καμωμένος από λέξεις, αλλ’ από αξίες, από-ζωντανές δυνάμεις πού τραυματίζουν ἤ ανασταίνουν τήν ψυχή… Οι δεσμοί πού τούς ενώνουν εἶναι  αδιάφθοροι κι αιώνιοι»[25].

Αὐτή η εσωτερική τραγωδία ἤ προσβολή τοῦ ανθρώπου, ο οποίος πλέον υπόκειται στή φθορά καί στό παροδικό, εἶναι ο καρπός τῆς πτώσεως, από τόν όποιο τρέφεται όλη η μεταπτωτική ιστορία τῆς ανθρωπότητας· ενός θανατηφόρου γεγονότος πού έχει τήν αρχή τοῦ, στήν εωσφορική ανταρσία τοῦ πρώτοῦ ανθρώπου κατά τοῦ Θεού, στήν αντικατάσταση τοῦ αγαθού θελήματος τοῦ Θεού από τό δαιμονικό εσκοτισμένο θέλημα. Ολόκληρη η ζωή τοῦ ανθρώπου, καί δι’ αυτού καί τοῦ κόσμου, διαδραματίζεται πλέον ανάμεσα στό Θεό καί στό διάβολο, χωρίς ἀσφαλῶς να νοούνται ως δύο παράλληλες εξουσίες, ὄχι απλώς στήν επιφάνεια τῆς Ιστορίας, όπου συσσωρεύονται νεκρά ζητήματα, ἀλλά στήν άβυσσο τῆς καρδιάς, κέντρου υπερφυσικού ἀλλά καί παραφυσιτικού, πεδίου σωτηρίας ἀλλά καί απώλειας. Η ὀμορφιά ἦταν τό πρώτο όνομα, πού ο Θεός. έδωσε στα δημιουργήματά τοῦ. Τα πάντα εἶναι «καλά λίαν»[26] γιά τήν καρδιά τοῦ ανθρώπου, πού τα υποδέχτηκε με τήν αγάπη τοῦ, καί γιά τό σκοπό πού θά υπηρετούσαν διά τοῦ ανθρώπου. Στήν παρά φύσιν κίνηση τῆς καρδιάς, στήν διαστροφή τῆς αγαπητικής ορμής τῆς, από λειμώνας τῆς ὀμορφιάς καταντά λήψη τῆς ασχήμιας, τόπος αντίθετων καί αντιανθρώπινων κινήσεων, παρασιτικών καί θανατηφόρων παθών.

Αυτό πού στήν θεολογική γλώσσα ονομάζουμε πτώση, εἶναι η πτώση τοῦ δημιουργήματος κάτω από τόν εαυτό τοῦ ἤ έξω από τό Θεό τοῦ, κάνοντας στό εξής λόγο «γιά τόν πεπτωκότα κόσμο, ο οποίος ούτε εξολοκλήρου πραγματικός, ούτε εξολοκλήρου ψευδαίσθηση, έγινε “ο κόσμος ούτος”, ο κόσμος στήν έκπτωσή τοῦ, χωρίς να πάψει να εἶναι η δημιουργία τοῦ Θεού, να εἶναι ένας υπαινιγμός (Π. Κλωντέλ) στόν οποίο δέν έπαυσε να μιλάει η σοφία. Αυτός ο κόσμος, τόν οποίο ο άνθρωπος, ο πεπτωκός συλλαμβάνει πλέον με τίς σαρκικές, τίς ασθενείς, τίς ακάθαρτες αισθήσεις τοῦ εἶναι ένας παραμορφωμένος καί ὄχι παντελώς ένας κατεστραμμένος κόσμος… Η ὀμορφιά δέν εξαφανίστηκε, έγινε διφορούμενη, δέν συμπίπτει πια με τό αγαθό καί τήν αλήθεια, καί εἶναι η ορθόδοξη παράδοση πού θά συνδέσει με τό θέμα τῆς ὀμορφιάς, τό μυστήριο τῆς πόρνης»… Η δύναμη τῆς οικονομίας τοῦ Χριστού, αρπάζει ὅλα τά δινούμενα στοιχεία τοῦ κόσμου καί τα εντάσσει στό εκκλησιαστικό σώμα Τοῦ, σώμα καθολικής ανακαίνίσεως. Μέσα στήν προοπτική τῆς παγκόσμιας σωτηρίας, η Εκκλησία, ἀλλά καί καθένα από τά μέλη τῆς ωδίνει καί βασανίζεται τεκείν, ένας τόκος πού συγκλίνει προς τό μυστήριο τῆς Θεοτόκου, πρότυπο τῆς εσχατολογικής τελειότητας τῶν πιστών, τῆς απόλυτης πραγματοποιήσεως τῆς ωραιότητος τοῦ κόσμου, μιας ωραιότητος ὄχι πλέον διφορούμενης, ἀλλά γνήσιας καί αγαθής»[27].

Εἶναι σαφές ότι αὐτή η διφορούμενη ἤ διχοτομημένη ὀμορφιά, η ὀμορφιά τοῦ καλού καί η ὀμορφιά τοῦ κακού, δέν εξομοιώνονται ἤ δέν συγχέονται μεταξύ τούς. Υπάρχει η αλήθεια καί τό καλό τῆς μιας καί μόνης ὀμορφιάς, πού έχει πηγή τῆς τό αρχέτυπο καί αιώνιο Κάλλος, η οποία αντιτίθεται στό άλογο καί ψευδές τῆς ὀμορφιάς τοῦ κακού, στήν ασχήμια ἤ τό ακαλλές πού εφευρίσκει ο διάβολος στήν εχθρότητά τοῦ προς τό Θεό καί τη δημιουργία Τοῦ καί πού η σοφία τοῦ κόσμου τοῦ αιώνος τούτοῦ ερμηνεύει, κατασκευάζοντας μιαν ειδική Αισθητική[28]. Βρισκόμαστε επομένως ενώπιων μιας εξολοκλήρου ετέρας ἤ παράλογης αντιλήψεως γιά τήν ὀμορφιά, αὐτήν πού ο Φ. Ντοστογιέφσκι ονόμασε, τό αναφέραμε ἤδη, «σοδομική ὀμορφιά», στήν οποία αντιπαρατίθεται, μέσα από τήν μακρά τέχνη τῆς ασκήσεως, η ὀμορφιά τῆς αγιότητας τῆς Παναγίας. Από τόν καίρό τῆς πτώσεως, αν η αλήθεια εἶναι πάντοτε ωραία, η ωραιότητα δέν εἶναι πάντοτε αληθινή· έχει ἤδη πραγματοποιηθεί η διάζευξη αλήθειας καί ὀμορφιάς[29].

Ο Θεός στή μεταπτωτική ιστορία τοῦ ανθρώπου, δέν εἶναι μόνος πού περιβάλλεται από τήν ωραιότητα· ο διάβολος ἤ τό κακό τόν απομιμείται καί κάνει τήν ὀμορφιά πραγματικό πειρασμό ἤ πέτρα σκανδάλου. «Πώς εξέπεσεν εκ τοῦ ουρανού ο εωσφόρος ο πρωί ανατέλλων; συνετρίβη εις τήν γην ο αποστέλλων προς πάντα τά έθνη»[30]. «Συ αποσφράγισμα ομοιώσεως καί στέφανος κάλλους εν τη τρυφή τοῦ παραδείσου τοῦ Θεού εγενήθης…· υψώθη η καρδία σου επί τω κάλλει σου, διεφθάρη η επιστήμη σου μετά τοῦ κάλλους σου· διά πλῆθος αμαρτιών σου επί τήν γην έρριψά σε»[31]. Η υπερηφάνεια ἤ η αλαζονεία, εἶναι η πρώτη, καί η πηγή όλων τῶν αμαρτιών, πού διαφθείρει τήν αλήθεια καί ανυψώνει τήν ακολασία σε απόλυτο κριτήριο, πέρα τοῦ καλού καί τοῦ κακού, τοῦ επίγειου βίου. Έτσι εγκαίνιάζονται οι χρόνοι τῆς αθεΐας ἤ τῆς ειδωλολατρίας, η λατρεία τοῦ κακού ἤ τοῦ αίσχους, γιά τό οποίο κυρίως οφείλουμε να στηλιτεύουμε τούς ειδωλολάτρες. «Ουκούν φθονήσομεν αυτοίς ούτε τῶν πραγμάτων, ούτε τῶν ονομάτων αλλ’ απολαυέτωσαν τῆς εαυτών ευηθείας, καί τοις αισχίστοις εγκαλλωπιζέσθωσαν»[32].

«Η ωραιότητα», σύμφωνα με τούς λόγους τοῦ Παύλου Ευδοκίμωφ, «εξασκεί τά θέλγητρά της, αφού έχει ριχτεί σ’ ένα απάνθρωπο βάραθρο (Ν. Γκογκόλ), μεταστρέφει τήν ανθρώπινη ψυχή στήν ειδωλολατρική λατρεία της, σφετερίζεται τη θέση τοῦ απολύτοῦ, με μια παράξενη καί γεμάτη αδιαφορία στάση προς τό αγαθό καί τήν αλήθεια. Συνένοχη με τόν διεφθαρμένο έρωτα, η ωραιότητα διεγείρει τα πάθη πού εξολοθρεύουν τη ζωή καί δείχνουν τό αποτρόπαιο πρόσωπο τῆς επίγειας Αφροδίτης… Η ηθική αρχή μόνη δέν μπορεί ποτέ να εναντιωθεί καί να αντισταθεί, ἀλλά υποκύπτει στήν παθητική παραφυσιτική κατάσταση τῆς ψυχής. Έτσι στόν έρωτα τῆς δημιουργίας αντιτάσσεται ο έρωτας τῆς καταστροφής… Η ωραιότητα τελικώς εἶναι ένα αίνιγμα· διχοτομημένη γοητεύει, θέλγει καί καταστρέφει…»[33] Ο Οδυσσέας Ελύτης, αναφερόμενος στό συμπέρασμα στό οποίο καταλήγει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: «ο κάλλει λέγων αλλοτρίω επιβάλλων τούς οφθαλμούς, ουκ έτι κόρην, ἀλλά πόρνην έχει τήν τοῦ οφθαλμού κόρην», υπερασπίζεται τό ηθικό νόημα τῆς τελειότητας, καί καταλήγει στή διαπίστωση, ότι, «από τήν παλιά ως τη νέα ποίηση, δέν εἶναι η επιδίωξη, εἶναι η αντίληψη τῆς τελειότητας πού έχει ἀλλάξει· διαφορά ούσιώδης»[34].

Αν υπάρχει λοιπόν μια ὀμορφιά τοῦ κακού, αυτό εἶναι τό αποτέλεσμα ενός έσχατοῦ παραλογισμού, ήτοι τῆς-δαιμονικής απομιμήσεως τοῦ Κάλλους τοῦ Θεού. Μια τέτοια ὀμορφιά οδηγεί αναγκαίως, στό πάντοτε μεγάλο καί κρίσιμο θέμα τῆς σχέσεως τέχνης καί ηθικής, ὀμορφιάς καί αγιότητας, πού κρίνεται πάντοτε στό επίπεδο, όπου συγκρούεται η οδύνη με τήν ηδονή, η επίπονη άσκηση με τήν απὅλαυση τῶν αισθήσεων. Η ηδονή εἶναι πάντοτε η οδός προς τό θάνατο, αφού ως αυτολατρεία, καταντά η καρδιά κάθε ειδωλολατρείας, πού υπηρετεί τη ματαιότητα τοῦ ανθρώπου σε αντίθεση με τήν οδύνη ἤ τήν άσκηση, η οποία «μήτηρ τοῦ αγιασμού εστίν, εξ ου γεννάται η πρώτη γεύσις τῆς αισθήσεως τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστού, ἤτις καλείται πρώτη τάξις τῆς επιγνώσεως τοῦ πνεύματος»[35]. Ο Πώλ Κλωντέλ ομολογεί ότι, «ή κὅλαση βρίσκεται παντού όπου δέν βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός», εξομολογούμενος, ότι «λίγο-λίγο, σιγά καί επίπονα, γινόταν μέρα μέσα στήν καρδιά μου, από τήν ιδέα

ότι η τέχνη καί η ποίηση εἶναι καί τά δύο θεία, καί ότι οι ηδονές τῆς σάρκας, ὄχι μόνο δέν τούς εἶναι απαραίτητες, αλλ’ απεναντίας τούς εἶναι επιβλαβείς»[36].

Αυτό τό θέμα, τη σχέση Τέχνης καί Ηθικής, πραγματεύεται ο Μιχαήλ Κ. Μακράκης, σχολιάζοντας τό «Πορτραίτο Ντόριαν Γκρέϋ» τοῦ Oscar Wilde: Η ὀμορφιά τοῦ κακού εμφανίζεται στόν άνθρωπο «ως διαστρέβλωση τῶν πνευματικών στοιχείων με τίς απολαύσεις τῶν αισθήσεων. ‘Όπως παρατηρεί ο Ρ. Eudokimov, στή βιβλική διήγηση γιά τά Σόδομα, οι διεστραμμένοι υπερβαίνουν τά όρια τοῦ ανθρώπου καί δοκιμάζουν ένα ένοχο  πάθος γιά τόν άγγελο. Τούς διεγείρει η αγγελική αγνότητα· καί αυτό εἶναι έγκλημα μυστικό στήν ουσία τοῦ. Τό πάθος αυτό δέν σταματά καθόλου στήν καθαρή φυσιολογία (σωματική ὀμορφιά)· ολοκληρώνεται στή καί με τη διαστροφή τοῦ πνευματικού (αγιότητα). Αυτό εννοεί ο S. Kierkengaard με τη λέξη sanselig, με τήν οποία χαρακτηρίζει τό πρώτο στάδιο τῆς υπαρξιακής ζωής, τό αισθητικό ἤ αισθησιακό. Τό στάδιο τῆς φιληδονίας σε σχέση με τήν τέχνη (αισθητική ὀμορφιά), ἀλλά καί με τήν απελπισία, πού σε αὐτήν καταλήγει τελικά καί πού θεωρείται η μεγαλύτερη δυστυχία. Αυτό ακριβώς μαρτυρεί ο Ντιμίτρη στούς Αδελφούς Καραμάζοβ, ο οποίος έχοντας μέσα τοῦ τήν κὅλαση (ιδανικό τῶν Σοδόμων), ζητούσε τόν Παράδεισο (ιδανικό τῆς Μαντόνας). Με τη φιληδονία τοῦ (τη λαγνεία) θρονιάζει στήν ψυχή τοῦ τό ιδανικό τῆς σοδομικής ὀμορφιάς, πού τόν ρίχνει τελικά σε «αθεράπευτη απελπισία» κάνοντάς τόν να νιώθει «τόσο δυστυχισμένος»[37].

Οφείλουμε συνεχώς να εμβαθύνουμε στή σοφία τοῦ Φ. Ντοστογιέφσκι, με τήν οποία ερευνάται τό αβυσσαλέο τῆς ανθρώπινης καρδιάς με όλες τίς παραδοξότητές της, γιά να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τό πράγματι μυστηριώδες τῆς ὀμορφιάς. Στούς Δαιμονισμένους, ο Σάτοβ, απευθυνόμενος στόν Σταυρόγκιν, τόν έρωτα: «Είν’ αλήθεια πώς τάχα βεβαιώνατε ότι ἤ ὀμορφιά πού υπάρχει σε μια φιληδονία ἤ θηριωδία δέν έχει καμιά διαφορά από τήν ὀμορφιά πού υπάρχει σ’ έναν οποιοδήποτε ηρωισμό, ἔστω καί στή θυσία τῆς ζωής σας γιά τό καλό τῆς ανθρωπότητας; Εἶναι αλήθεια, πως στούς δύο αυτούς πόλους βρήκατε τήν ίδια ακριβώς ὀμορφιά, βρήκατε πως η απὅλαυση εἶναι η ίδια; Ούτε κι εγώ (συ νεχίζει ο Σάτοβ στή σιωπή τοῦ Σταυρόγκιν), δέν ξέρω γιά ποιο λόγο τό κακό εἶναι άσχημο καί τό καλό εἶναι ὑπέροχο· ξέρω όμως ποιος εἶναι ο λόγος πού κάνει τούς ανθρώπους να χάνουν τήν αίσθηση να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στό καλό καί τό κακό (αυτούς πού πράττοῦν ἤ ενεργούν επονείδιστα καί πρόστυχα). Ακριβώς γιατί τό αίσχος κι ο παραλογισμός φτάνουν ως τη μεγαλοφυΐα. Δέν εἶναι εκείνοι πού περιδιαβάζουν στήν άκρη τῆς αβύσσου, μα εκείνοι πού πέφτοῦν θαρρετά με τό κεφάλι κάτω»[38].

Στα αρεοπαγιτικά συγγράμματα διαβάζουμε, ότι «ει τά όντα πάντα εκ ταγαθού, ουδέν εστι τῶν όντων εκ τοῦ κακού… Καί ει τά όντα τοῦ καλού καί αγαθού εφίεται, καί πάντα όσα ποιεί (ο Θεός) διά τό δοκούν αγαθόν ποιεί, καί πάς ο τῶν όντων σκοπός αρχήν έχει καί τέλος ταγαθόν, πώς έσται τό κακόν εν οι ούσιν, ἤ όλως ον τῆς τοιαύτης αγαθής ορέξεως παρηρημένον….» Τό κακό, τό οποίο «ούτε υπόστασιν έχει, ἀλλά παρυπόστασιν» δέν υπάρχει στό Θεό καί από τό Θεό, δέν ανήκει στά όντα-δημιουργήματα τοῦ Θεού, ούτε στή φύση, ούτε στό σώμα, μήτε στήν ψυχή. «Συνελόντι δε φαμέν, τό αγαθόν εκ μιάς καί τῆς όλης αίτιας· τό δε κακόν εκ πολλών καί μερικών ελλείψεων… Ουκούν τό κακόν παρά τήν οδόν καί παρά τόν σκοπόν, καί παρά τήν φύσιν, καί παρά τήν αιτίαν, καί παρά τήν αρχήν καί παρά τό τέλος, καί παρά τόν όρον, καί παρά τήν βούλησιν, καί παρά τήν υπόστασιν. Στέρησις άρα εστί τό κακόν, καί έλλειψις καί ασθένεια καί ασυμμετρία, καί αμαρτία καί άσκοπον καί ακαλλές, καί άζωον καί άνουν καί ανίδρυτον καί αναίτιον καί αόριστον, καί άγονον καί αργόν καί αδρανές, καί άτακτον, καί ανόμοιον, καί άπειρον καί σκοτεινόν, καί ανούσιον. (καί προκειμένου περί τοῦ σώματος, «αίσχος καί νόσος, έλλειψις είδους καί στέρησις τάξεως, φύσις τοῦ κάλλους καί είδους καί τάξεως), καί αυτό μηδαμώς μηδαμή μηδέν ον»[39].

Όταν ὅλα αυτά συνθέτοῦν τό κακό, τότε τό κακό εἶναι η είσοδος τοῦ δαιμονικού στήν ιστορία. Η μόνη ασχήμια – τό ακαλλές στήν όμορφη δημιουργία τοῦ Θεού, εἶναι η αμαρτία με τη λεγεώνα τῶν παθών τῆς, πού πρώτος εφεύρε ο διάβολος ως παρεξουσία τοῦ επί τῶν ανθρώπων. Αφού προηγουμένως ο πρώτος άσχημος-παραμορφωμένος εἶναι ο ίδιος ο διάβολος, ο όποιος, αν καί απωθητικός καί αποκρουστικός  με τήν τερατώδη μορφή τοῦ καί τήν περίγεια περιπλάνησή τοῦ επιμένει να εγκαθιδρύει τήν εξουσία τοῦ μίσους καί τοῦ σκότούς, τῆς απειλής καί τοῦ τρόμου, τοῦ ψεύδους καί τῆς απάτης, τοῦ περιπαίγματος καί τῆς γελοιοποιήσεως, τῆς διαστροφής καί τῆς παραμορφώσεως, τῆς φθοράς καί τοῦ θανάτοῦ, τοῦ άδη καί τῆς κολάσεως. Αυτό πού δέν εἶναι ἤ δέν μπορεί να δημιουργήσει, το γελοιογραφεί ἤ τό διαστρέφει, καθιστώντας τό αμφιλεγόμενο ἤ αντιλεγόμενο. Ο διάβολος εἶναι ο πρώτος άθεος, πού ταυτίζει τήν αθεΐα με τη θρησκεία, τῆς οποίας τά σύμβολα εκφράζουν τό κενό της ασχήμιας. Εἶναι καί πάλι ο Φ. Ντοστογιέφσκι, ο οποίος ισχυρίστηκε, ότι οι άθεοι «δέν έχουν ψυχική ὀμορφιά καί μάλιστα, ούτε τό θέλουν καν»· προφήτευσε δε, «ότι ο άνθρωπος θά έχανε ακόμα καί τήν εξωτερική τοῦ μορφή, αν έχανε τήν πίστη τοῦ στό Θεό»[40].

Πιστεύουμε ότι η απάντηση στήν τραγική περιπέτεια τῆς ὀμορφιάς, κρύβεται από τόν ίδιο τό Θεό στήν καρδιά τοῦ ανθρώπου. Εἶναι αυτό πού αξίζει να επαναλάβουμε, ότι τά πάντα έρχονται από τό Θεό ἀλλά καί τά πάντα εξαρτώνται από τήν απάντηση τῆς ανθρώπινης καρδιάς, αρκεί να απελευθερωθεί από τίς παρά φύσιν κινήσεις της καί αποκατασταθεί στή μόνη κατά φύσιν κίνησή της, πού εἶναι η ολοκλήρωση τοῦ ανθρώπου, στήν ομοιότητα καί οικειότητά τοῦ με τό Θεό. Η Ενανθρώπηση, λειτοῦργεί ἤδη εντός τοῦ εκκλησιαστικού μυστηρίου ως η επιστροφή τῶν δημιουργημένων όντων στήν αρχέγονη, προπτωτική ωραιότητά τούς: καταλύει τόν διχασμό τῆς υπάρξεως καί τῆς ιδίας τῆς ὀμορφιάς καί οικοδομεί τόν «κόσμο» τῆς θεανθρώπινης ενότητας στήν ήδη ελθούσα βασιλεία τῆς αγάπης. Κανείς ἀσφαλῶς δέν αρνείται ότι στόν παρόντα κόσμο η ωραιότητα θά εξακολουθεί να συνθλίβεται σε μια ζωή αντιφάσεων ἤ σε μια καρδιά αμφιβολιών. Η πάλη μεταξύ ὀμορφιάς καί ασχήμιας θά συνεχιστεί, ἀλλά τό θαυμαστό θά εἶναι ὅταν η ασχήμια θά μεταμορφώνεται σε ὀμορφιά ἤ η ὀμορφιά θά ανευρίσκεται στήν ασχήμια. «Τό κάλλος γεννιέται ακόμη καί από τίς αντιφάσεις· ακόμη καί τά τέρατα έχουν λόγο υπάρξεως καί αξία μέσα στήν αρμονία τῆς πλάσης· ακόμη καί τό κακό γίνεται καλό καί ὡραῖο μέσα στήν τάξη, διότι απ’ αυτό γεννιέται τό καλό καί δίπλα τοῦ τό καλό ακτινοβολεί περισσότερο»[41].

Υπάρχουν πολλά καί σημαντικά θέματα -θέματα ζωής- πού συνδέονται με τήν ὀμορφιά καί πού αξίζουν να αποτελέσουν τό περιεχόμενο τῶν παρόντων δοκιμίων. Δέν μπορούμε, παρά να μιλούμε με πάθος γιά τήν ὀμορφιά, θεωρώντας τήν υπόθεση πνευματικής ευγένειας καί καλλιέργειας, βάζοντας τήν πρώτη καί πάνω απ’ όλες τίς αναζητήσεις μας, ιστορώντας τίς πιο ζωντανές εικόνες της. Η ὀμορφιά «εἶναι δύναμη· με τήν ὀμορφιά μπορεί κανείς ν’ αναποδογυρίσει τόν κόσμο»[42], όσο κι αν παραμένει κρυμμένη, όπως η αγιότητα. «Υπάρχει καί η ὀμορφιά πού βρίσκεται κοιμισμένη σε κάθε ζωή καί μπορεί ν’ αναδυθεί στό φώς»[43]. Γιατί «η τραγική ωραιότητα, η ισχυρότερα όλων τῶν μορφών ωραιότητας, απαστράπτει δι’ ενός θείου φωτός. Μια εξωτερική αρμονική ωραιότητα εἶναι δυνατόν να εἶναι εσφαλμένη καί απατηλή· να υπηρετεί τήν ασχήμια υπό τήν μάσκα τῆς ωραιότητος. Ως εκ τούτοῦ η ωραιότητα εἶναι συγχρόνως αρμονία καί ησυχία μετά από ένα οδυνηρό αγώνα»[44]. Θά προσθέταμε· εἶναι φως καί σιωπή, σιωπή καί φώς, φώς καί όραση. Αίσθηση τοῦ ὡραίου εἶναι μαθητεία στήν όραση»[45].

«Ποιος, εάν κραύγαζα, θά μ’ άκουγε απ’ τῶν Αγγέλων τά τάγματα; Καί μόνο να υπέθετα πως ένας τούς μ’ έπαιρνε ξάφνου πάνω στήν καρδιά τοῦ, θά χανόμουν απ’ τη δυνατότερή τοῦ ύπαρξη. Γιατί τό ὡραῖο δέν εἶναι τίποτε άλλο, παρά η μόλις πού αντέχουμε Αρχή τοῦ Τρομερού καί τό θαυμάζουμε τόσο, γιατί αυτό ανέμελο μήτε να νοιάζεται να μας συντρίψει. Ο κάθε Άγγελος εἶναι τρομερός.

Κι έτσι συγκρατιέμαι καί με σκοτεινό λογικό καταπίνω τοῦ καλέσματός μου τη φωνή. Αχ καί σε ποιόν μπορούμε πια να προσφύγουμε…»[46].

[1] Τ. S. Eliot, Δέκα χορικά ἀπό τό Βράχο, Eισ.- Μετ. – Σχόλια Ε. Ν. Μόσχου, Οἱ ἐκδόσεις τῶν Φίλων, Αθήνα 1969, σελ. 39.

[2] Ντένι Ντιντερό, Αἰσθητική, Μετ.: Κλαίρη Μητσοτάκη, Εισ.: Ἔπη Μελοπούλου – Ἀλούπη, Βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἑστίας, 2003, σελ. 101.

[3] Ἱστορία τῆς ὀμορφιᾶς. Ἐπιμέλεια Οὑμπέρτο Ἔκο. Μετ. ἀπό τά Ἰταλικά, Δήμητρα Δότση – Χρηστός Ρομποτής. Θεώρηση μεταφράσεως – επιμέλεια Ανταίος Χρυσοστομίδης, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2004, σελ. 8.

4 Όπ. π., σσ. 8. 9.

[5] Ντένι Ντιντερό, όπ. π., σσ. 135.149.151-160. «Ο Ντιντερό με τον τυπικό του εκλεπτισμό, μελετά την ὀμορφιά ως προϊόν της αλληλοεπιδράσεως μεταξύ του ευαισθητοποιημένου ανθρώπου καί της φύσεως, στο πλαίσιο μιας πολλαπλότητας εκπληκτικών καί ποικιλόμορφων σχέσεων, των οποίων ή αντίληψη θεμελιώνει την κρίση περί του ωραίου». Ουμπέρτο ΕΚΟ, όπ. π., σελ. 254.

[6] Χρήστος Γιανναράς, Οντολογία της σχέσης, Ίκαρος 2004, σσ. 15- 140.

[7] Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Ο Μεγάλος Αμαρτωλός. Ο Ντοστογιέφσκι στα Ιερά του τέρατα – Μυθιστορηματική βιογραφία, Κέδρος 1984, σσ. 256-257.

[8] Φ. Ντοστογιέφσκι, Ο Ηλίθιος, Μετ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Γκοβόστη, Β’, σσ. 52. 53.

[9] Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, όπ. π., σσ. 256. 257.

[10] Ι. Κάντ, Παρατηρήσεις πάνω στο αίσθημα του ωραίου καί του υπέροχου, Μετ. Χάρης Τασάκος, εκδόσεις PRINTA, Στίς πηγές της γνώσεως, 1999, σ. 17-40.

[11] Όπ. π., σσ. 43-52.

[12] Όσκαρ Γουάϊλντ, De Profundis (έκ Βαθέων), Μετ. Λουκάς Θεοδωρόπουλος, εκδ. οίκος Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1989, σσ. 103. 97. 73.134.138-179.

[13] Ο Ηλίθιος, Α’, σελ. 88.

[14] Όπ. π., σσ. 76. 98. «Οι γυναίκες αυτές, που φέρουν το όνομα Σοφία, έχουν πολύ λίγη εξωτερική φυσική ὀμορφιά, κανένα αισθησιασμό, αλλά σφραγίζονται από την εικόνα του κρυπτού της καρδίας ανθρώπου”, του προσώπου του Πνεύματος. Αυτό το είδος της ὀμορφιάς ενοχλεί καί μάλιστα μπορεί να γίνει ανυπόφορο για έναν άνθρωπο της ακολασίας… Η αγάπη τους είναι “αγνή”, όπως είναι αγνή η μορφή του πνεύματός τους καί γι’ αυτό διασώζει, προστατεύει καί σώζει (“τί θάταν χωρίς το Θεό”;)». Ρ. Eudokimov, Η αγάπη καί η γυναίκα στον Ντοστογιέφσκι, Σπουδή στον Ντοστογιέφσκι, IMAGO 1981, σελ. 84.

[15] Το ενυπόστατο του Προσώπου. Λεοντίου Βυζαντίου, Λόγος κατά Νεστορίου καί Ευτυχούς, Εισ. – Μετ. – Σχόλια Ντίνα Σαμοθράκη, Ίνδικτος 1996, σελ. 17.

[16] Γρηγόριος Νύσσης, Εις το Άσμα Ασμάτων, PG 44,1048.

[17] Στέλιος Ράμφος, Μεταφυσική του κάλλους…, σελ. 323.

[18] Θείον καί ανθρώπινον. Η υπαρξιακή διαλεκτική της σχέσης. Μετ. Προδρόμου Π. Αντωνιάδου, εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1971, σελ. 205.

[19] Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ, Λόγος Λ’, Περί αγάπης, ελπίδος καί πίστεως, καί Λόγος Ε’, Περί μετάνοιας, Εκδοτικός Οίκος «ΑΣΤΗΡ», 1970, σσ. 168. 57.

[20] Όπ. π., σελ. 206.

[21] Όπ. π., σελ. 206.

[22] Αδελφοί Καραμαζόβ, Μετ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Γκοβόστη 1954, Α׳,σσ. 128.129.

[23] Φ. Ντοστογιέφσκι, Ο Ηλίθιος, A’, σελ. 65.

[24] Η νύμφη καί ο νυμφίος στον Ντοστογιέφσκι, Σπουδή στον Ντοστογιέφσκι, IMAGO 1981, σσ. 72. 73.

[25] Όπ. π., σελ. 73.

[26] Γεν. 1, 4.8.10.13.18.21.25.31.

[27] Οl. Clement, H Θεολογία μετά τον «θάνατο του Θεού». Σειρά «σύνορο», εκδόσεις «ΑΘΗΝΑ», 1973, σσ. 157-158.171.173.174.

[28] Ουμπέρτο Έκο, όπ. π., σελ. 131 έξ.

[29] «Τα γυμνά του Ρέμπραντ», προκάλεσαν θαυμασμό, αλλά καί δυσμενή σχόλια. Γιατί σ’ αυτά «αποκαλύπτει τα ελαττώματα καί τίς ατέλειες του ανθρώπινου σώματος, ιδίως ὅταν αυτά αντιπαραβάλλονται με την κλασσική ιδέα της ὀμορφιάς, με τη φυσική τελειότητα καί τίς αψεγάδιαστες αναλογίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι “Ή πτώση των Πρωτοπλάστων”, που αντίθετα από την παράδοση εικονίζει τον Αδάμ καί την Εύα όχι όμορφους καί νέους, αλλά με σώμα, όπου είναι φανερά τα σημάδια των γηρατειών καί της φθοράς». Π. Σπίνου, Η άλλη πλευρά του Ρέμπραντ, Περιοδικό της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας – Η τέχνη της ζωής, τ. 151, σελ. 20,10.10.2004.

[30] Ησαΐας, 14,12.

[31] Ιεζεκιήλ 28,12M3U7.

[32] Γ. Σεφέρης, Δοκιμές Δ’, Ίκαρος 2003, σελ. 452.

[33] Π. Ευδοκίμωφ, Η Τέχνη της Εικόνας. Θεολογία της ωραιότητας, εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 36.37.

[34] Οδ. Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος, Πέμπτη Έκδοση, 2000, σελ. 181.

[35] Ισαάκ του Σύρου, ‘Άπαντα τα ευρεθέντα ασκητικά, Λόγος ιστ’, περί των τρόπων των αρετών, σελ. 56.

[36] Πώλ Κλωντέλ, Πέντε μεγάλες Ωδές καί ένας ύμνος για να χαιρετίσουμε τον καίνούργιο αιώνα. Μετ. Ματ. Σ. Ζουμπούλη, Ποιητική απόδοση, εισαγωγικό δοκίμιο, σχόλια, σημειώσεις καί επίμετρο Ε. Ν. Μόσχου, Ίκαρος 2000, σσ. 204. 206.

[37] Μιχ. Μακράκη, Τέχνη καί Ηθική, εκδόσεις «ΤΗΝΟΣ», 1991, σελ. 70.

[38] Φ. Ντοστογιέφσκι, Δαιμονισμένοι, Μετ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Γκοβόστη, Β’, σελ. 50.

[39]Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Περί θείων ονομάτων, Δ’, XIX-XXXV. PG 3, 716· 732.

[40] Ο Έφηβος, Μετ. Άρη Δικταίου, εκδόσεις Δ. Δαρεμά, σελ. 386־ Π. Ευδοκίμωφ, Η σύγχρονη τέχνη ή η αχρήστευση της σοφίας. Περί ύλης καί τέχνης, σειρά «σύνορο», εκδόσεις «ΑΘΗΝΑ», 1971, σελ. 102.

[41] Ουμπέρτο Έκο, Τέχνη καί Κάλλος στην αισθητική του Μεσαίωνα, Μετ. Έφη Καλλιφατίδη, εκδόσεις ΓΝΩΣΗ, 1992, σελ. 62.

[42] Φ. Ντοστογιέφσκι, Ο Ηλίθιος Α’, σσ. 42. 84־88־ Γ’, σελ. 140.

[43] Όσκαρ Γουάϊλντ, όπ. π., σελ. 38.

[44] Θείον καί ανθρώπινον, σελ. 206.

[45] Στέλιος Ράμφος, όπ. π., σσ. 86.367.

[46] R.M. Rilke, Οι Ελεγείες του Ντουΐνο, Μετ. Δ. Γκότση, εκδόσεις «ΑΡΜΟΣ» – Γέφυρες 2000, σελ. 27.

 

 
Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μυστήριο καί Ὀμορφιά

Posted by στο 14 Ιουλίου, 2018 σε π. Μιχαήλ Καρδαμάκης, Εκκλησιαστικά-θεολογικά, Θεολογία

 

Ετικέτες:

Γνωμικό

Δὲν ἤξερα ὅτι ἦταν ἔτος Καζαντζάκη. Καλύτερα, γιατὶ τελειώνει. Κυκλοθυμικὲς μεταφυσικὲς ἀπόψεις ἀνάλογα μὲ τὰ κέφια του (ἢ π.χ. ἂν τὸν πείραξε μιὰ λέξη τοῦ καλόγερου ἢ μιὰ τρίχα ποὺ ἔπεσε στὸ χέρι του), μὲ κακοχωνεμένο νιτσεϊσμό. Κτηνοτροφικὰ-πατριαρχικὰ μαζὶ μὲ μοδέρνα. Ἕνα πισωγύρισμα, πότε ἰδεαλιστικῆς «ἀπελευθέρωσης» καὶ πότε «νὰ φᾶμε καὶ νὰ πιοῦμε, νὰ ζήσουμε […]

via Ἡ συνδιάλεξη τῆς γιαγιᾶς – Καζαντζάκης — Χρονογραφίες

Ἡ συνδιάλεξη τῆς γιαγιᾶς – Καζαντζάκης — Χρονογραφίες

 
Σχολιάστε

Posted by στο 14 Ιουλίου, 2018 σε Εκκλησιαστικά-θεολογικά

 
 
ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.

ΕΛΛΑΣ

Ανεξάρτητη ενημέρωση

Παιδείας Εγκώμιον

εκπαίδευση, μόρφωση, πολιτισμός, κοινωνία, επιστήμη, πολιτική, βιβλία

religeo

Θεολογικά άρθρα

ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

ARGOLIKOS ARCHIVAL LIBRARY OF HISTORY AND CULTURE www.argolikivivliothiki.gr

Ροΐδη και Λασκαράτου Εμμονές

κατά του Ολοκληρωτισμού, απ' όπου κι αν προέρχεται

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ✞ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

υμείς εστέ σώμα Χριστού και μέλη εκ μέλους» (Α' Κορ. ιβ' 27).

WordPress.com News

The latest news on WordPress.com and the WordPress community.

Αρέσει σε %d bloggers: